Εφαρμογής Κανονισμών Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ασφάλιση/Διαδοχική Κοινωνική Ασφάλιση/Εφαρμογής Κανονισμών Ευρωπαϊκής Ένωσης

​​ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Η συμμετοχή στις διαδικασίες συντονισμού των νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως για την προστασία των δικαιωμάτων των διακινουμένων εργαζομένων.

Η παρακολούθηση διαδικασιών και διαμόρφωση θέσεων για τη σύγκλιση (εναρμόνιση) των συστημάτων κοινωνικής προστασίας.

Η παρακολούθηση της εξέλιξης του κοινοτικού κεκτημένου στους παραπάνω τομείς και διαμόρφωση των προϋποθέσεων αντίστοιχης ανάπτυξης της ελληνικής νομοθεσίας.

Η συμμετοχή στο σύνολο των αρμοδίων για την κοινωνική ασφάλιση επιτροπών, ομάδων εργασίας, υπουργικών διασκέψεων, συνεδρίων και άλλων δραστηριοτήτων των κοινοτικών οργάνων, στα πλαίσια των συμβατικών υποχρεώσεων της χώρας μας ως κράτους- μέλους της Ε.Ε.

Η παροχή οδηγιών και κατευθύνσεων προς τους ασφαλιστικούς φορείς της χώρας μας για την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου και παρακολούθηση της σχετικής πορείας.

H ερμηνεία των διατάξεων των Ευρωπαϊκών Συνθηκών, Κανονισμών, Οδηγιών και Συστάσεων.

Η παρακολούθηση, συλλογή, μελέτη, συστηματοποίηση και καταχώριση της Νομολογίας του Δικαστηρίου Ε.Ε

Η συνεργασία με Πανεπιστήμια, Ινστιτούτα και λοιπά ερευνητικά κέντρα τα οποία παρακολουθούν, εδραιώνουν, ερευνούν, μελετούν και εξελίσσουν το ευρωπαϊκό, διεθνές και διακρατικό (διμερές και πολυμερές) κεκτημένο στον τομέα της κοινωνικής ασφάλειας.

Η πάσης φύσεως επικοινωνία τόσο με τις υπηρεσίες της Ε.Ε. όσο και με τις αρμόδιες Αρχές και Οργανισμούς Σύνδεσης των άλλων κρατών – μελών.

Η συμμετοχή και εκπροσώπηση στο δίκτυο MISSOC αμοιβαίας πληροφόρησης των κρατών μελών της Ε.Ε.για τα συστήματα κοινωνικής προστασίας.

 

Συντονισμός της Κοινωνικής Ασφάλισης σε επίπεδο ΕΕ-τα δικαιώματα στην κοινωνική ασφάλιση

Οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί 883/2004 και 987/2009, που αναφέρονται στην εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης σε εργαζόμενους και στις οικογένειες τους που διακινούνται στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΕΟΧ, ρυθμίζουν τα θέματα κοινωνικών ασφαλίσεων των εν λόγω προσώπων.

Οι Κανονισμοί 883/2004 και 987/2009 εφαρμόζονται από την 1η Μαΐου 2010 στις χώρες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης,  από την 1η Απριλίου 2012 στην Ελβετία και από την 1η Ιουνίου 2012 στη Νορβηγία, την Ισλανδία και το Λιχτενστάιν.

Οι γενικές αρχές που διέπουν τους ανωτέρω Κανονισμούς είναι η αρχή της ίσης μεταχείρισης, η διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων προσδοκίας, η ελεύθερη εξαγωγή χρηματικών παροχών και το δικαίωμα περίθαλψης σε περίπτωση κατοικίας ή προσωρινής διαμονής σε κράτος-μέλος άλλου από το αρμόδιο κράτος.

Οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί καλύπτουν όλες τις κατηγορίες εργαζομένων (μισθωτούς -συμπεριλαμβανομένων των αγροτών και των ναυτικών-, μη μισθωτούς και δημοσίους υπαλλήλους).

Οι υπήκοοι κράτους μέλους που απασχολούνται σε άλλο κράτος μέλος έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις (από ασφαλιστική άποψη) με τους υπηκόους του κράτους αυτού.

Οι εργαζόμενοι σε κράτη μέλη της ΕΕ δικαιούνται να συνυπολογίσουν τους χρόνους ασφάλισης που έχουν διανύσει σε κάθε κράτος μέλος για να θεμελιώσουν δικαίωμα σε παροχές σύνταξης (γήρατος, αναπηρίας, θανάτου), περίθαλψης, ανεργίας και οικογενειακών επιδομάτων.

Οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και τα μέλη των οικογενειών αυτών δικαιούνται παροχών περίθαλψης, όταν διαμένουν προσωρινά ή κατοικούν σε κράτος μέλος της ΕΕ άλλο από εκείνο που είναι αρμόδιο για την χορήγηση των εν λόγω παροχών.

Επίσης δικαιούνται παροχών περίθαλψης, όταν κρίνεται αναγκαία η μετάβασή τους σε άλλο κράτος μέλος για θεραπεία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις οι δικαιούχοι δεν καταβάλλουν το κόστος της νοσηλείας, το οποίο καταβάλλεται από τον Ασφαλιστικό τους Οργανισμό.

Οι συνταξιούχοι, βάσει των ανωτέρω Κανονισμών, λαμβάνουν την σύνταξη τους στο τόπο κατοικίας τους από τον φορέα του κράτους στον οποίο έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.

Οι κανόνες της ΕΕ για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης έχουν μεταφερθεί και εφαρμόζονται στην εθνική νομοθεσία των χωρών της ΕΕ, της Ισλανδίας, του Λιχτενστάιν, της Νορβηγίας και της Ελβετίας όσον αφορά τα εξής:

 

Τι δεν καλύπτεται

  • Ορισμένες ειδικές παροχές σε χρήμα, που δεν βασίζονται σε εισφορές (μη ανταποδοτικές παροχές) καταβάλλονται αποκλειστικά από τον αρμόδιο φορέα της χώρας κατοικίας , τον οποίο και βαρύνουν. Οι παροχές αυτές περιλαμβάνονται στο παράρτημα Χ του κανονισμού 883/2004.
  • Ο συντονισμός σε επίπεδο ΕΕ δεν αφορά την κοινωνική πρόνοια, την ιατρική αρωγή και τη φορολόγηση .

Παροχές ασθένειας

Μη προγραμματισμένη περίθαλψη

α. Η Ευρωπαϊκή Κάρτα Ασφάλισης Ασθένειας

Η Ευρωπαϊκή Κάρτα Ασφάλισης Ασθένειας (ΕΚΑΑ) προσφέρει πρόσβαση σε ιατρικά αναγκαία, κρατική περίθαλψη κατά την προσωρινή διαμονή σε μια από τις 28 χώρες της ΕΕ, την Ισλανδία, το Λιχτενστάιν, τη Νορβηγία και την Ελβετία, με τους ίδιους όρους και το ίδιο κόστος (σε ορισμένες χώρες, δωρεάν) με τους ασφαλισμένους της εν λόγω χώρας.

Η Ευρωπαϊκή Κάρτα Ασφάλισης Ασθένειας εκδίδεται από τον φορέα ασφάλισης ασθένειας.

H Ευρωπαϊκή Κάρτα Ασφάλισης Ασθένειας:

  • Δεν υποκαθιστά την ταξιδιωτική ασφάλιση. Δεν καλύπτει την ιδιωτική υγειονομική περίθαλψη, ούτε δαπάνες όπως το αεροπορικό εισιτήριο επιστροφής ή την απώλεια/κλοπή περιουσιακών στοιχείων.
  • Δεν καλύπτει τις δαπάνες στις περιπτώσεις προγραμματισμένης ιατρικής περίθαλψης.
  • Δεν εγγυάται τη δωρεάν παροχή υπηρεσιών. Δεδομένου ότι τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης κάθε χώρας διαφέρουν, υπηρεσίες που παρέχονται δωρεάν στη χώρα μας μπορεί να μην παρέχονται δωρεάν σε μια άλλη. 

β. Έντυπο S1-Εγγραφή για κάλυψη υγειονομικής περίθαλψης

Στις περιπτώσεις μεταφοράς τη συνήθους κατοικίας σε μια άλλη χώρα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εγγραφεί στον φορέα υγειονομικής περίθαλψης της χώρας κατοικίας, μέσω του εντύπου S1, ώστε να λαμβάνει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στη χώρα αυτή.

Το έγγραφο S1 χορηγείται:

  • Σε περίπτωση που ένα πρόσωπο (και τα μέλη της οικογένειάς του) κατοικεί σε χώρα διαφορετική από αυτήν στην οποία εργάζεται.
  • Στα μέλη της οικογένειας διακινούμενων εργαζομένων που παρέμειναν στη χώρα προέλευσής τους αλλά καλύπτονται από την ασφάλιση υγειονομικής περίθαλψης της χώρας στην οποία εργάζεται ο ασφαλισμένος (με την προϋπόθεση ότι τα μέλη της οικογένειας δεν ασκούν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα στη χώρα προέλευσης).
  • Σε δικαιούχους που λαμβάνουν σύνταξη από το εξωτερικό ή που έχουν μεταφέρει τη μόνιμη κατοικία τους σε άλλο κράτος μέλος, καθώς και στα μέλη της οικογένειάς τους. 

Το έντυπο S1 εκδίδεται από τον φορέα ασφάλισης ασθένειας.

Προγραμματισμένη περίθαλψη

Η έγκριση για παροχή κατάλληλης θεραπείας εκτός του κράτους μέλους κατοικίας (προγραμματισμένη περίθαλψη) χορηγείται όταν η εν λόγω θεραπεία περιλαμβάνεται μεταξύ των παροχών  που προβλέπονται από την νομοθεσία του κράτους μέλους όπου ο ενδιαφερόμενος κατοικεί και δεν μπορεί να λάβει ανάλογη θεραπεία εντός του ιατρικώς δικαιολογημένου χρόνου, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση της υγείας του και την πιθανή πορεία της νόσου.

Η προέγκριση παρέχεται από τον αρμόδιο φορέα.

Αν ο ενδιαφερόμενος δεν κατοικεί στο αρμόδιο κράτος μέλος, θα ζητήσει έγκριση από τον αρμόδιο φορέα  του τόπου κατοικίας, ο οποίος θα την προωθήσει άμεσα στον αρμόδιο φορέα, ο οποίος θα αποφασίσει, βάσει των διατάξεων του άρθρου 26 παρ.2 του νέου Κανονισμού  987/2009.

Ο Κανονισμός 987/2009, προβλέπει  ειδική διαδικασία στην περίπτωση του προσώπου που χρήζει επείγουσας, ζωτικώς αναγκαίας θεραπείας.

Εργασία σε άλλα κράτη μέλη

Α. Απόσπαση εργαζομένων

1. Μισθωτοί εργαζόμενοι

Ορισμένες φορές, οι εργοδότες που εδρεύουν σε ένα κράτος μέλος («κράτος αποστολής») επιθυμούν να στείλουν υπαλλήλους τους να εργαστούν σε άλλο κράτος μέλος («κράτος απασχόλησης»). Οι εν λόγω υπάλληλοι καλούνται «αποσπασμένοι εργαζόμενοι».

Σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 883/2004, το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στην επικράτεια κράτους μέλους για λογαριασμό εργοδότη ο οποίος ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές του εκεί, και που αποστέλλεται από τον εν λόγω εργοδότη να εργαστεί για λογαριασμό του σε άλλο κράτος μέλος εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους αποστολής υπό τους ακόλουθους όρους:

  • ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της εργασίας αυτής δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες και

ότι δεν αποστέλλεται σε αντικατάσταση άλλου αποσπασμένου εργαζομένου.

 
2. Μη μισθωτοί εργαζόμενοι

Ορισμένες φορές, τα πρόσωπα που ασκούν κανονικά μη μισθωτή δραστηριότητα σε ένα κράτος μέλος («κράτος αποστολής») επιθυμούν να εργαστούν προσωρινά σε άλλο κράτος μέλος («κράτος απασχόλησης»).

Όπως συμβαίνει με τους αποσπασμένους μισθωτούς εργαζομένους, έτσι και οι μη μισθωτοί εργαζόμενοι που μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος για να εργαστούν προσωρινά θα προκαλούσαν πολλά διοικητικά προβλήματα και μεγάλη σύγχυση εάν υπάγονταν στη νομοθεσία του κράτους απασχόλησης. Ακόμη, υπάρχει το ενδεχόμενο οι μη μισθωτοί εργαζόμενοι να υποστούν απώλειες σε επίπεδο παροχών.

Για τον λόγο αυτόν, οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί προβλέπουν έναν ειδικό κανόνα για τους μη μισθωτούς που εργάζονται προσωρινά σε άλλο κράτος μέλος, ο οποίος έχει ομοιότητες -αλλά δεν είναι ταυτόσημος- με τον κανόνα για τους αποσπασμένους εργαζομένους.

Ο κανόνας αυτός προβλέπει ότι ένα πρόσωπο που κανονικά ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα στο κράτος μέλος αποστολής και ασκεί παρόμοια δραστηριότητα στο κράτος μέλος απασχόλησης εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους αποστολής υπό την προϋπόθεση ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της εν λόγω εργασίας δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες.

 
3. Διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται σε περίπτωση απόσπασης

Η επιχείρηση που αποσπά εργαζόμενο σε άλλο κράτος μέλος ή, σε περίπτωση μη μισθωτού εργαζομένου, ο ίδιος ο εργαζόμενος πρέπει να επικοινωνεί με τον αρμόδιο φορέα στο κράτος αποστολής και, όπου αυτό είναι δυνατό, η εν λόγω επικοινωνία πρέπει να γίνεται πριν από την απόσπαση.

Ο αρμόδιος φορέας στο κράτος αποστολής πρέπει να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τον αρμόδιο φορέα στο κράτος απασχόλησης για την εφαρμοστέα νομοθεσία. Ο αρμόδιος φορέας στο κράτος αποστολής πρέπει επίσης να ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο και τον εργοδότη του, σε περίπτωση μισθωτού εργαζομένου, για τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να συνεχίσει να υπάγεται στη νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους και για το ενδεχόμενο διενέργειας ελέγχων καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασης προκειμένου να εξακριβώνεται η τήρηση των εν λόγω προϋποθέσεων.

Ο αρμόδιος φορέας παρέχει στον μισθωτό ή στον μη μισθωτό εργαζόμενο που

πρόκειται να αποσπαστεί σε άλλο κράτος μέλος ή στον εργοδότη του βεβαίωση A1  (πρώην πιστοποιητικό E 101). Η βεβαίωση αυτή πιστοποιεί ότι ο εργαζόμενος εμπίπτει στους ειδικούς κανόνες για τους αποσπασμένους εργαζομένους μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία. Πρέπει ακόμη να αναφέρει, όπου απαιτείται, τους λόγους για τους οποίους ο εργαζόμενος εμπίπτει στους ειδικούς κανόνες για τους αποσπασμένους εργαζομένους.

4. Συμφωνίες για εξαιρέσεις από τη νομοθεσία
Σύμφωνα με τον κανονισμό, η απόσπαση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 24 μήνες.

Ωστόσο, το άρθρο 16 του Κανονισμού 883/2004 επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές δύο ή περισσότερων κρατών μελών να προβλέπουν, με κοινή συμφωνία, εξαιρέσεις από τους κανόνες της εφαρμοστέας νομοθεσίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι προαναφερθέντες ειδικοί κανόνες που διέπουν την απόσπαση. Οι συμφωνίες τις οποίες προβλέπει το άρθρο 16 προϋποθέτουν τη συναίνεση των φορέων και των δύο ενδιαφερόμενων κρατών μελών και μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο προς το συμφέρον ορισμένων προσώπων ή ορισμένων κατηγοριών προσώπων.

Αν και , από τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ των κρατών μελών διευκολύνουν τις διοικητικές διαδικασίες, ο στόχος αυτός δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κίνητρο αυτών των συμφωνιών. Πρωταρχικό μέλημα πρέπει να είναι η προστασία των συμφερόντων του ή των ενδιαφερόμενων προσώπων.

 Εάν είναι γνωστό ότι η διάρκεια της απόσπασης ενός εργαζομένου θα υπερβεί τους 24 μήνες, πρέπει να συναφθεί συμφωνία βάσει του άρθρου 16 μεταξύ του κράτους αποστολής και του ή των κρατών απασχόλησης, ώστε να συνεχίσει να υπάγεται ο εργαζόμενος στην εφαρμοστέα νομοθεσία του κράτους αποστολής. Οι συμφωνίες που προβλέπει το άρθρο 16 χρησιμοποιούνται επίσης σε περιπτώσεις έγκρισης απόσπασης αναδρομικά όταν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου εργαζομένου, π.χ. σε περίπτωση που εφαρμόζεται εσφαλμένα η νομοθεσία του άλλου κράτους μέλους. Η αναδρομική ισχύς πρέπει, ωστόσο, να χρησιμοποιείται μόνο σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις.

Όταν μπορεί να προβλεφθεί (ή όταν καθίσταται σαφές μετά την έναρξη της περιόδου απόσπασης) ότι η δραστηριότητα θα υπερβεί τους 24 μήνες, ο εργοδότης ή ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος υποβάλλουν άμεσα αίτημα προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στου οποίου τη νομοθεσία επιθυμεί ο ενδιαφερόμενος να υπαχθεί. 

 Το αίτημα αυτό πρέπει να αποστέλλεται, ει δυνατόν, εκ των προτέρων

Εάν δεν υποβληθεί αίτημα παράτασης της απόσπασης πέραν των 24 μηνών ή εάν, σε περίπτωση που έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη δεν καταλήξουν σε συμφωνία δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού επί της παράτασης της εφαρμογής της νομοθεσίας του κράτους αποστολής, μόλις λήξει η απόσπαση καθίσταται εφαρμοστέα η νομοθεσία του κράτους μέλους όπου εργάζεται πράγματι ο εργαζόμενος.

5. Γνωστοποίηση μεταβολών που επέρχονται κατά τη διάρκεια της απόσπασης

Ο αποσπασμένος εργαζόμενος καθώς και ο εργοδότης του οφείλουν να πληροφορούν τις αρχές του κράτους αποστολής για κάθε μεταβολή η οποία επέρχεται κατά τη διάρκεια της απόσπασης, κυρίως:

  • εάν η αιτούμενη απόσπαση τελικά δεν πραγματοποιήθηκε ή διακόπηκε πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία,
  • εάν η δραστηριότητα διακόπτεται σε περίπτωση άλλη από την προσωρινή διακοπή για λόγους όπως ασθένεια, διακοπές, εκπαίδευση κ.λπ.
  • εάν ο αποσπασμένος εργαζόμενος έχει τοποθετηθεί από τον εργοδότη του σε άλλη επιχείρηση του κράτους αποστολής, ιδίως σε περίπτωση συγχώνευσης ή μεταβίβασης μιας επιχείρησης.

 

Ο αρμόδιος φορέας του κράτους αποστολής οφείλει, ανάλογα με την περίπτωση και κατόπιν αιτήματος, να ενημερώνει τις αρχές του κράτους απασχόλησης σε περίπτωση που επέλθει κάποια από τις προαναφερθείσες μεταβολές.

 Β. Άσκηση δραστηριότητας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη

 Τα πρόσωπα που εργάζονται κανονικά σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη υπάγονται σε ειδικούς κανόνες. Οι εν λόγω κανόνες θεσπίζονται στο άρθρο 13 του Κανονισμού 883/2004. 

 Όπως και όλοι οι κανόνες που προσδιορίζουν την εφαρμοστέα νομοθεσία, οι εν προκειμένω κανόνες έχουν σχεδιαστεί για να διασφαλίζουν ότι είναι εφαρμοστέα η νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης μόνο ενός κράτους μέλους κάθε φορά.

 1. Άσκηση μισθωτής δραστηριότητας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη
 
Στην περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο ασκεί κανονικά μισθωτή δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη το πρώτο βήμα για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, είναι να προσδιοριστεί αν ασκείται στο κράτος μέλος κατοικίας ουσιώδες μέρος της δραστηριότητας του προσώπου:

 α) Αν η απάντηση είναι ναι, τότε σύμφωνα με το άρθρο στο άρθρο 13 παράγραφος 1 του Κανονισμού 883/2004 εφαρμόζεται η νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας.

 β) Αν η απάντηση είναι όχι, τότε το άρθρο 13 παράγραφος 1 του Κανονισμού 883/2004 προβλέπει ότι ένα πρόσωπο που εργάζεται κανονικά σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη υπάγεται:

(i) στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα ή ο τόπος δραστηριοτήτων της επιχείρησης ή του εργοδότη, εάν απασχολείται από μια επιχείρηση ή έναν εργοδότη ή

 (ii) στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα ή ο τόπος δραστηριοτήτων της επιχείρησης που τον απασχολεί, εάν απασχολείται από δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις που έχουν την έδρα ή τον τόπο δραστηριοτήτων τους στο ίδιο κράτος μέλος ή

 (iii) στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα ή ο τόπος δραστηριότητας της επιχείρησης που τον/την απασχολεί, εκτός του κράτους μέλους κατοικίας, αν απασχολείται από δύο επιχειρήσεις, μια από τις οποίες έχει την έδρα της στο κράτος μέλος κατοικίας και η άλλη σε άλλο κράτος μέλος ή 

 (iv) στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας, εάν απασχολείται από διαφορετικές επιχειρήσεις ή διαφορετικούς εργοδότες των οποίων η έδρα ή ο τόπος άσκησης των δραστηριοτήτων τους βρίσκεται σε διαφορετικά κράτη μέλη εκτός της χώρας κατοικίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του Κανονισμού 883/2004, τα πρόσωπα που λαμβάνουν παροχές σε χρήμα λόγω ή ως αποτέλεσμα της μισθωτής ή μη μισθωτής τους δραστηριότητας θεωρείται ότι ασκούν την εν λόγω δραστηριότητα.

Συνεπώς, το πρόσωπο που λαμβάνει βραχυπρόθεσμη παροχή από ένα κράτος μέλος και ταυτοχρόνως ασκεί δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος θεωρείται ότι ασκεί δύο δραστηριότητες σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη και σε αυτήν την περίπτωση εφαρμόζονται οι κανόνες του άρθρου 13. Εάν η παροχή που καταβάλλεται στο κράτος μέλος κατοικίας απορρέει από «ουσιώδες μέρος» των δραστηριοτήτων του εν λόγω προσώπου, τότε το πρόσωπο υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας του.

Όταν ένα πρόσωπο λαμβάνει μακροπρόθεσμη παροχή (συντάξεις αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, συντάξεις λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας ή παροχές ασθενείας σε χρήμα που καλύπτουν τη θεραπεία για απεριόριστο χρονικό διάστημα) από ένα κράτος μέλος και ταυτόχρονα ασκεί δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος, δεν θεωρείται ότι ασκεί δραστηριότητες σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη και η εφαρμοστέα νομοθεσία προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 11 παράγραφος 3 του Κανονισμού 883/2004.

 2. Άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη
 

Σύμφωνα με τον ειδικό κανόνα που ισχύει για τα πρόσωπα που ασκούν κανονικά μη μισθωτή εργασία σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, τα πρόσωπα αυτά υπάγονται:
 

στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας εάν ασκούν σημαντικό αριθμό δραστηριοτήτων σε αυτό το κράτος μέλος,
 

στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων των δραστηριοτήτων τους, εάν δεν κατοικούν σε ένα από τα κράτη μέλη στα οποία ασκούν ουσιώδες μέρος της δραστηριότητάς τους.


Ουσιώδες μέρος μη μισθωτής δραστηριότητας: «Ουσιώδες μέρος μη μισθωτής δραστηριότητας» ασκείται στο κράτος μέλος κατοικίας όταν ασκείται εκεί ένα ποσοτικά σημαντικό μέρος του συνόλου των δραστηριοτήτων του μη μισθωτού, χωρίς να πρόκειται απαραιτήτως για το μείζον μέρος αυτών των δραστηριοτήτων.

Για τον προσδιορισμό του ουσιώδους μέρους μη μισθωτής δραστηριότητας που ασκείται σε ένα κράτος μέλος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

- ο κύκλος εργασιών,

- ο χρόνος εργασίας,

- ο αριθμός των παρεχόμενων υπηρεσιών και/ή

- το εισόδημα.

 
Εάν στο πλαίσιο της διεξαγωγής της συνολικής αξιολόγησης διαπιστωθεί ότι πληρούται τουλάχιστον το 25% των παραπάνω κριτηρίων, αυτό καταδεικνύει ότι στο κράτος μέλος κατοικίας ασκείται ουσιώδες μέρος του συνόλου των δραστηριοτήτων του προσώπου.

Παρότι αυτά τα κριτήρια λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη, είναι δυνατή η συνεκτίμηση και άλλων κριτηρίων.

 
Κέντρο συμφερόντων των δραστηριοτήτων: Για τον προσδιορισμό του κέντρου των συμφερόντων των δραστηριοτήτων λαμβάνονται υπόψη όλες οι πτυχές των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ενός προσώπου, κυρίως δε τα εξής κριτήρια:

 - ο τόπος στον οποίο βρίσκεται η σταθερή και μόνιμη εγκατάσταση από την οποία ο ενδιαφερόμενος ασκεί τις δραστηριότητές του,

- η συνήθης φύση ή διάρκεια των ασκούμενων δραστηριοτήτων,

- ο αριθμός των παρεχόμενων υπηρεσιών και

- η πρόθεση (βούληση) του ενδιαφερομένου όπως συνάγεται από τις συνθήκες.

 Εκτός από τα παραπάνω, κατά τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η εικαζόμενη μελλοντική κατάσταση στους επόμενους 12 ημερολογιακούς μήνες. Η παρελθούσα επίδοση μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη, εφόσον παρέχει επαρκή και αξιόπιστη εικόνα της δραστηριότητας του μη μισθωτού εργαζομένου.

 3. Άσκηση μισθωτής και μη μισθωτής δραστηριότητας σε διαφορετικά κράτη μέλη

 
Ένα πρόσωπο που ασκεί κανονικά μισθωτή και μη μισθωτή δραστηριότητα σε διαφορετικά κράτη μέλη υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ασκεί δραστηριότητα ως μισθωτός.

Εάν, εκτός της μη μισθωτής δραστηριότητας, ασκεί και μισθωτή δραστηριότητα σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, ισχύουν τα κριτήρια του άρθρου 13 παράγραφος 1 του Κανονισμού 883/2004, όπως αυτά περιγράφονται παραπάνω στις περιπτώσεις προσώπων που ασκούν μισθωτή δραστηριότητα σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, προκειμένου να καθορισθεί το αρμόδιο κράτος μέλος για τη δραστηριότητα που ασκεί ως μισθωτός.

Συχνές Ερωτήσεις

Χρήσιμα έγγραφα

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι