Συντονισμός και Εφαρμογή Διαδοχικής Ασφάλισης

Ασφάλιση/Διαδοχική Κοινωνική Ασφάλιση/Συντονισμός και Εφαρμογή Διαδοχικής Ασφάλισης

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

{παρ. 3 του άρθρου 33 Κεφ. Δ του π.δ. 113/2014 (ΦΕΚ 180Α)}

 

Η μελέτη, επεξεργασία, θέσπιση και επιμέλεια εφαρμογής μέτρων που αφορούν στη διαδοχική ασφάλιση σε φορείς ασφάλισης της ημεδαπής και η επίλυση αμφισβητήσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της διαδοχικής ασφάλισης σε συνεργασία με τις Διευθύνσεις της Γενικής Διεύθυνσης Κοινωνικής Ασφάλισης.

Ο εντοπισμός και καταγραφή των προβλημάτων, των δυσλειτουργιών και των ανισοτήτων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του θεσμού της διαδοχικής ασφάλισης και η παροχή οδηγιών για την επίλυση αυτών.

Η παροχή οδηγιών και διευκρινίσεων σχετικά με την ισχύουσα νομοθεσία και ερμηνεία αυτής για την εφαρμογή του θεσμού της διαδοχικής ασφάλισης.

Η σύνταξη αντικρούσεων επί προσφυγών πολιτών και διαφόρων Ασφαλιστικών Οργανισμών κατά των Υπουργικών Αποφάσεων ενώπιων των αρμοδίων Δικαστηρίων.

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

1. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Το σπουδαιότερο μέτρο, με το οποίο καθιερώθηκε η ενότητα των φορέων της κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας, είναι η μέριμνα υπέρ της διατήρησης των εκ της κοινωνικής ασφάλισης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδοχικά ασφαλισμένων σε δύο ή περισσότερους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

2. Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
 

Πρώτο βήμα για τον συνυπολογισμό του χρόνου που διανύθηκε σε διαφόρους φορείς έγινε με το άρθρο 7 του α.ν. 694/1937.

Στη συνέχεια η πολιτεία θέσπισε με το άρθρο 51 του α.ν. 1846/1951 κανόνες διαδοχικής ασφάλισης που ρύθμιζαν τον συνυπολογισμό του χρόνου ασφάλισης μόνο των ταμείων μισθωτών.

Το βασικό όμως νομοθέτημα για τη διαδοχική ασφάλιση ήταν το ν.δ. 4202/1961 το οποίο ρύθμισε κατά τρόπο πλήρη τη συνέχεια της ασφαλιστικής σχέσης στα Ταμεία Μισθωτών και Αυτοτελώς Απασχολουμένων.

Το νομοθέτημα αυτό έθεσε βασικούς κανόνες προσδιορισμού του αρμόδιου για την απονομή της σύνταξης οργανισμού, του τρόπου καθορισμού του ποσού της σύνταξης, του διακανονισμού των απαιτήσεων και υποχρεώσεων των ασφαλιστικών οργανισμών.

Το ν.δ. 4202/1961 τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους νόμους 468/1974,1085/1980 (άρθρο 40), 825/1978, 1405/1983, 1469/1984, 1539/1985, 1902/1990, 2079/1992, 2084/1992, 3232/2004 και 3863/2010.


3. ΣΕ ΠΟΙΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
 
Όταν επέλθει ο Ασφαλιστικός κίνδυνος και εφόσον ο ασφαλισμένος ζητήσει την εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 4202/1961, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α. Μεταξύ οργανισμών κύριας ασφάλισης

β. Μεταξύ οργανισμών Επικουρικής ασφάλισης (άρθρο 12 παρ. 2 του ν.1405/1985)

γ. Μεταξύ οργανισμών που χορηγούν εφάπαξ παροχές (άρθρο 12 παρ. 3 του ν.1405/1983).

δ. Μεταξύ Δημοσίου και οργανισμών κύριας ασφάλισης για τους υπαλλήλους του δημοσίου, ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α. που συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο και οι οποίοι διορίζονται από 01.01.1983 και εφεξής (ν. 2084/1992, ν. 2320/1995).

ε. Μεταξύ οργανισμών κύριας ασφάλισης και του Κλάδου Κύριας Ασφάλιση Αγροτών (άρθρο 13 παρ. 2 του ν.2458/97)

στ. Μεταξύ οργανισμών επικουρικής ασφάλισης και του καταργηθέντος Κλάδου Πρόσθετης Ασφάλισης Αγροτών (άρθρο 13 παρ. 1 του ν.2458/97)

ζ. Μεταξύ Οργανισμών Ασθένειας (άρθρο 35 άρθρο 2 του ν.2676/99)


4. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Οι διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης δεν εφαρμόζονται ενδεικτικά:

α. στο Δημόσιο και στους Δήμους για τους υπαλλήλους τους οι οποίοι διορίσθηκαν μέχρι 31.12.1982

β. στους υπαλλήλους οργανισμών, οι οποίοι διέπονται από ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς, που διορίστηκαν μέχρι 31.12.1982

γ. στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων πριν την ισχύ του ν. 2458/1997.

5. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1. Ως οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης για την εφαρμογή των διατάξεων της διαδοχικής ασφάλισης νοούνται οι οργανισμοί κύριας ασφάλισης που ασφαλίζουν είτε μισθωτούς είτε αυτοτελώς απασχολούμενους ανεξαρτήτως Υπουργείου στην εποπτεία του οποίου υπάγονται οι οργανισμοί αυτοί.

2. Ως μέλη οικογένειας που δικαιούνται σύνταξη κατά τις διατάξεις του παρόντος σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου λογίζονται τα πρόσωπα που προβλέπονται από τη νομοθεσία του οργανισμού από τον οποίο απονέμεται η σύνταξη.

3. Η καταβολή των συντάξεων σε εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, διέπεται από τη νομοθεσία του οργανισμού από τον οποίο απονέμεται η σύνταξη, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση από την ημέρα της θεμελίωσης του δικαιώματος στη σύνταξη μέχρι την ημέρα της απώλειάς του και ο δικαιούχος της σύνταξης λογίζεται ως τακτικός συνταξιούχος του οργανισμού που απονέμει τη σύνταξη.

4. Οι διατάξεις του παρόντος δεν ισχύουν στις περιπτώσεις που απονέμεται σύνταξη από οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης στους προσληφθέντες πριν την 01.01.1983 υπαλλήλους του, εφόσον αυτοί διέπονται από ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς.

5. Οι διατάξεις του ν.δ. 4202/1961 όπως αυτές ισχύουν, εφαρμόζονται και επί προσώπων που κατέχουν τη βουλευτική ιδιότητα, τη θέση Υπουργού ή Υφυπουργού, καθώς και των αιρετών, προέδρων κοινοτήτων, δημάρχων και νομαρχών του προϊσχύσαντος καθεστώτος.

6. ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

(άρθρο 2 ν.δ. 4202/1961, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9, παρ. 1, 2, 3 και 4 του ν.1405/1983 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του ν.1902/1990 και στη συνέχεια με την παρ.1 του άρθρου 5 του ν.3863/2010).

Τα πρόσωπα τα οποία ασφαλίσθηκαν διαδοχικά σε περισσότερους από έναν ασφαλιστικούς οργανισμούς, δικαιούνται σύνταξη από τον τελευταίο οργανισμό, στον οποίο ήταν ασφαλισμένα κατά την τελευταία χρονική περίοδο της απασχόλησης τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του οργανισμού αυτού, εφόσον πραγματοποίησαν στην ασφάλιση του:

α) Πέντε (5) ολόκληρα έτη ή 1.500 ημέρες ασφάλισης εκ των οποίων όμως είκοσι (20) μήνες ή 500 ημέρες κατά την τελευταία πενταετία πριν τη διακοπή της απασχόλησης ή την υποβολή αίτησης για την κρίση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος σύνταξης λόγω γήρατος.

β) Σαράντα (40) μήνες ή 1.000 ημέρες εκ των οποίων όμως δώδεκα (12) μήνες ή 300 ημέρες αντίστοιχα κατά την τελευταία πενταετία πριν τη διακοπή της απασχόλησης ή την υποβολή της αίτησης για την κρίση του δικαιώματος σύνταξης λόγω αναπηρίας ή θανάτου.

Ως νομοθεσία του οργανισμού για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, καθώς και των επόμενων παραγράφων 2 και 3, νοούνται οι διατάξεις που ορίζουν τον απαιτούμενο για τη συνταξιοδότηση χρόνο, την ηλικία, την αναπηρία και το θάνατο

Ειδικές διατάξεις, που αφορούν στην ύπαρξη ενεργού ασφαλιστικού δεσμού, στη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας σε δεδομένο χρόνο σε σχέση με το χρόνο διακοπής της απασχόλησης, στην παραγραφή κλπ., δεν λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

Αν ο ασφαλισμένος πραγματοποίησε στην ασφάλιση του τελευταίου οργανισμού τον αριθμό ημερών εργασίας ή των ετών ασφάλισης, που ορίζονται από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, αλλά στην περίπτωση αυτή δεν έχει πραγματοποιήσει τον απαιτούμενο από τη νομοθεσία του τελευταίου οργανισμού, χρόνο ασφάλισης για τη συνταξιοδότηση του λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή των μελών της οικογένειας του λόγω θανάτου ή δεν πραγματοποίησε στην ασφάλιση του τελευταίου οργανισμού, τον αριθμό ημερών εργασίας ή ετών ασφάλισης που ορίζονται από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, δικαιούνται σύνταξη αυτός ή τα μέλη της οικογένειας του από τον οργανισμό, στην ασφάλιση του οποίου πραγματοποίησε τις περισσότερες ημέρες εργασίας ή έτη ασφάλισης, στον οποίο δεν περιλαμβάνεται ο τελευταίος, εφόσον:

α) Ο ασφαλισμένος που αιτείται τη συνταξιοδότηση του λόγω γήρατος ή αναπηρίας, έχει συμπληρώσει το όριο ηλικίας ή είναι ανάπηρος με το ποσοστό αναπηρίας που προβλέπεται από τη νομοθεσία του τελευταίου οργανισμού.

β) Πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση που προβλέπει η νομοθεσία του οργανισμού με τον περισσότερο χρόνο ασφάλισης.

Αν ο ασφαλισμένος δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης που προβλέπει η νομοθεσία του οργανισμού, στην ασφάλιση του οποίου πραγματοποίησε τις περισσότερες ημέρες εργασίας ή έτη ασφάλισης, τότε το δικαίωμα του ασφαλισμένου κρίνεται από τους άλλους οργανισμούς, στους οποίους ασφαλίσθηκε κατά φθίνουσα σειρά αριθμού ημερών εργασίας, εκτός από τον τελευταίο.

Αν ο ασφαλισμένος δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης που προβλέπει η νομοθεσία όλων των οργανισμών, στους οποίους ασφαλίσθηκε πριν από τον τελευταίο, τότε ο τελευταίος οργανισμός είναι αρμόδιος για την κρίση του δικαιώματος σύνταξης λόγω γήρατος εφόσον ο ασφαλισμένος πραγματοποίησε στην ασφάλιση του 1.000 ημέρες εργασίας ή σαράντα (40) μήνες ασφάλισης, εκ των οποίων 300 ημέρες εργασίας ή δώδεκα (12) μήνες ασφάλισης αντιστοίχως την τελευταία πενταετία και για την κρίση του δικαιώματος σύνταξης λόγω αναπηρίας και θανάτου, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει στην ασφάλιση του οποτεδήποτε 300 ημέρες εργασίας.

Ολόκληρος ο χρόνος της διαδοχικής ασφάλισης υπολογίζεται από τον αρμόδιο για την απονομή της σύνταξης οργανισμό ως χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλιση του, τόσο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, όσο και για τον καθορισμό της σύνταξης και δεν είναι δυνατή η προσμέτρηση μόνο μέρους του χρόνου που διανύθηκε στην ασφάλιση του κάθε οργανισμού."

Οι διατάξεις των παρ. 1,2,3 και 4 του άρθρου 2 του ν.δ. 4202/1961, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1405/1983 και αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 1902/1990, ισχύουν για το Ν.Α.Τ. τον Οίκο Ναύτου και γενικά για τους εργαζόμενους επί πλοίων.

Δηλαδή αρμόδιος οργανισμός για την κρίση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος είναι:

1. Ο τελευταίος οργανισμός:

α) Εφ' όσον επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος γήρας - ανικανότητα - θάνατος.

β) για την κρίση συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, εφ' όσον ο ασφαλισμένος πραγματοποίησε στην ασφάλιση του 1500 ημέρες ασφάλισης εκ των οποίων 500 την τελευταία 5ετία στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης.

Γ) για την κρίση συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω αναπηρίας ή θανάτου, εφ' όσον ο ασφαλισμένος πραγματοποίησε στην ασφάλιση του 1000 ήμερες ασφάλισης. εκ των οποίων 300 την τελευταία 5ετία πριν τη διακοπή της απασχόλησης ή την υποβολή της αίτησης.

2. Ο οργανισμός στην ασφάλιση του οποίου πραγματοποίησε ο ασφαλισμένος τις περισσότερες ημέρες εργασίας, εφ' όσον:

α) έχει επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος στον τελευταίο οργανισμό και

β) στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης γήρατος, δεν έχει πραγματοποιήσει ο ασφαλισμένος στην ασφάλιση του τελευταίου οργανισμού 1500 ημέρες ασφάλισης εκ των οποίων 500 την τελευταία 5ετία ή στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης αναπηρίας-θανάτου, δεν έχει πραγματοποιήσει ο ασφαλισμένος στην ασφάλιση του τελευταίου οργανισμού 1000 η μέρες ασφάλισης εκ των οποίων 300 την τελευταία 5ετία πριν τη διακοπή της απασχόλησης ή την υποβολή της αίτησης

γ) Δεν έχει πραγματοποιήσει ο ασφαλισμένος στην ασφάλιση του τελευταίου οργανισμού τον απαιτούμενο από τη νομοθεσία του χρόνο ασφάλισης για τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος -αναπηρίας - θανάτου.

3. Οι οργανισμοί στους οποίους ασφαλίσθηκε ο ενδιαφερόμενος κατά φθίνουσα σειρά αριθμού ημερών εργασίας, εκτός του τελευταίου:

Eφ' όσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας του οργανισμού με τις περισσότερες ημέρες.

4. Ο τελευταίος οργανισμός και πάλι:

α. Εφ' όσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας των προηγουμένων οργανισμών.

β. Εφ' όσον έχει πραγματοποιήσει ο ασφαλισμένος στην ασφάλισή του 1000 ημέρες ασφάλισης οποτεδήποτε εκ των οποίων 300 ημέρες ασφάλισης την τελευταία 5ετία πριν τη διακοπή της απασχόλησης ή την υποβολή της αίτησης για το γήρας και την αναπηρία και για το θάνατο 300 ημέρες ασφάλισης οποτεδήποτε.

Αρμόδιος για την απονομή της σύνταξης γίνεται ο αρμόδιος για την κρίση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος οργανισμός:

Εφ' όσον ο ασφαλισμένος έχει τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία του για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.

β) Για συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας ή θανάτου από εργατικό ατύχημα.

Οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν.δ.4202/1961 ορίζουν ότι επί εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών, εφαρμόζεται η νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό στην ασφάλιση του οποίου επαλήθευσε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ανεξάρτητα για πόσο χρόνο ασφαλίσθηκε ο ασφαλισμένος, η σύνταξη όμως κατανέμεται μεταξύ των ενδιαφερομένων οργανισμών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 ή του 11 του ν. 1405/1983, όπως ισχύουν.

γ) Για παροχές ασθένειας

Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 2676/1999 παρέχεται η δυνατότητα στον ασφαλισμένο που συμπληρώνει τις ελάχιστες προϋποθέσεις για σύνταξη και για τον οποίο εκκρεμεί η έκδοση της συνταξιοδοτικής του απόφασης με βάση τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης να συνεχίσει να ασφαλίζεται για παροχές ασθένειας στον τελευταίο φορέα στην ασφάλιση του οποίου επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος και για το χρονικό διάστημα, μέχρι την έκδοση της συνταξιοδοτικής τους απόφασης.

7. ΧΡΟΝΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Σε εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4202/1961, για τον υπολογισμό του χρόνου ασφάλισης, που διανύθηκε σε οργανισμούς στους οποίους η ασφάλιση καθορίζεται όχι σε ημέρες εργασίας αλλά σε μήνες ή έτη, ο ασφαλισμένος λογίζεται ότι πραγματοποίησε είκοσι πέντε (25) ημέρες για κάθε μήνα ή 300 για κάθε έτος ασφάλισης, εκτός αν από την οικεία νομοθεσία του οργανισμού προκύπτει διαφορετικός πράγματι αριθμός των ημερών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν κάθε μήνα ή κάθε έτος.

Χρόνος ασφάλισης ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τη συνταξιοδότηση είναι ο χρόνος που υπολογίζεται για την απονομή της σύνταξης σύμφωνα με τη νομοθεσία του οργανισμού στον οποίο διανύθηκε και εφόσον έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές, που αντιστοιχούν στο χρόνο αυτόν μαζί με τα τυχόν πρόσθετα τέλη ή έχει ρυθμισθεί με διάταξη νόμου η καταβολή τους σε δόσεις μέχρι και την ημέρα πριν από την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησης του οργανισμού, ο οποίος απονέμει τη σύνταξη.

Σε περίπτωση που έχει ρυθμιστεί η καταβολή οφειλόμενων εισφορών και των πρόσθετων τελών σε δόσεις, όπως ορίζεται από γενικές ή ειδικές διατάξεις του οικείου φορέα, ο οργανισμός που απονέμει τη σύνταξη παρακρατεί κάθε μήνα τμήμα αυτής, ίσο με το ποσό κάθε δόσης και το συνολικό ποσό των οφειλόμενων εισφορών και πρόσθετων τελών εκπίπτει από το ποσό συμμετοχής στη δαπάνη συνταξιοδότησης, όπως προσδιορίζεται το τμήμα της σύνταξης σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Δεν λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των άρθρων του παρόντος, ο χρόνος ασφάλισης για τον οποίο έγινε επιστροφή εισφορών ή χορήγηση εφάπαξ παροχής καθώς και ο χρόνος ασφάλισης που απετέλεσε προϋπόθεση για την απονομή σύνταξης που χορηγήθηκε και εξακολουθεί να λαμβάνεται.

Οι περίοδοι ταυτόχρονης ασφάλισης σε περισσότερους από ένα οργανισμό λαμβάνονται υπόψη μόνο μία φορά και ο ασφαλισμένος δικαιούται να επιλέξει τον οργανισμό του οποίου η ασφάλιση θα συνυπολογισθεί κατ'εφαρμογή των άρθρων 2 και 4 του ν.δ. 4202/1961.

 8. ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

ΓΕΝΙΚΑ

Υπάρχουν τρία διαφορετικά συστήματα υπολογισμού του ποσού της σύνταξης των διαδοχικά ασφαλισμένων  κατά κύριο λόγο ανάλογα με την ημερομηνία υπαγωγής για πρώτη φορά σε διαδοχική ασφάλιση καθώς και ανάλογα με την κατηγορία των οργανισμών στους οποίους ασφαλίστηκε. Ως εκ τούτου:

α) σε μια κατηγορία ασφαλισμένων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 4202/1961 όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 1405/1983, όπου το ποσό της σύνταξης υπολογίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του απονέμοντα οργανισμού για ολόκληρο το χρόνο της διαδοχικής ασφάλισης,

β) Σε μια άλλη κατηγορία ασφαλισμένων σε φορείς κύριας ασφάλισης (ασφαλισμένοι διαδοχικά για πρώτη φορά μετά την 01/01/1979 κτλ) εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ν. 3232/2004 και της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3863/2010. Σύμφωνα με αυτές, προβλέπεται ο υπολογισμός από τον απονέμοντα οργανισμό της σύνταξης και του αναλογούντος ποσού σύνταξης στο συμμετέχοντα οργανισμό βάσει ποσοστού αναπλήρωσης του ν. 3232/2004, η δε επικαιροποίηση των συνταξίμων αποδοχών που λαμβάνει ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο διακοπής της ασφάλισης στους φορείς ασφάλισης μισθωτών γίνεται με βάση το μέσο ετήσιο δέκτη τιμών καταναλωτή και ποσοστών αναπλήρωσης του ν. 3863/2010.

γ) σε μία άλλη κατηγορία ασφαλισμένων {ασφαλισμένους σε φορείς κύριας ασφάλισης μόνο όμως όταν συμμετέχων οργανισμός είναι φορέας αυτοτελώς απασχολούμενων και κατόπιν αίτησης του ασφαλισμένου (αρθ. 1 παρ. 3 του ν. 3232/2004) καθώς και σε ασφαλισμένους σε φορείς επικουρικής ασφάλισης} εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1405/1983 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 1902/1990. Κατά τον υπολογισμό αυτό, υπολογίζονται τμηματικά ποσά σύνταξης σύμφωνα με τη νομοθεσία του κάθε οργανισμού  και ανάλογα με το χρόνο ασφάλισης που έχει διανυθεί στον καθένα, το άθροισμα των οποίων καταβάλλει ο απονέμων τη σύνταξη οργανισμός. 

Αναλυτικά:

8α) ΔΙΑΔΟΧΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 31.12.1978.

Οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 4202/1961, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 1405/1983 εφαρμόζονται στους οργανισμούς κύριας ασφάλισης ως εξής:

α. Σε ασφαλισμένους οι οποίοι μέχρι και την 31.12.1978 είχαν υπαχθεί διαδοχικά στην ασφάλιση δύο ή περισσότερων οργανισμών που ασφαλίζουν μισθωτούς ή αυτοτελώς απασχολούμενους και

β. Σε ασφαλισμένους που ασφαλίστηκαν μεν διαδοχικά για πρώτη φορά από 01.01.1979 και μετά, από φορέα ασφάλισης μισθωτών σε άλλο φορέα ασφάλισης μισθωτών, παρέμειναν όμως απασχολούμενοι στον ίδιο εργοδότη με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου (άρθρο 15 παρ.2 του ν.2556/1997)

Οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 4202/1961, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 1405/1983, δεν έχουν εφαρμογή στους ασφαλισμένους που ασφαλίσθηκαν πριν από την 01.01.1979 σε φορέα ασφάλισης μισθωτών και υπήχθησαν διαδοχικά για πρώτη φορά μετά τις 24.12.1997 και εφεξής σε άλλο φορέα μισθωτών, έστω και αν παρέμειναν απασχολούμενοι στον ίδιο εργοδότη

Επίσης, οι διατάξεις του άρθρου 10 ν. 1405/1983 εφαρμόζονται κατά τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξής στους ασφαλισμένους των ταμείων κύριας ασφάλισης, που είχαν υπαχθεί διαδοχικά, πριν την 01.01.1979, στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και άλλου φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών, ο οποίος στη συνέχεια συγχωνεύτηκε στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., και μετά από την 01.01.1979 υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα.

Ο οργανισμός που απονέμει τη σύνταξη θεωρεί, ότι ο χρόνος ασφάλισης σ΄αυτόν και τους άλλους οργανισμούς, διανύθηκε στην ασφάλισή του, υπολογίζει το ποσό της σύνταξης σύμφωνα με τη νομοθεσία του και το καταβάλλει ολόκληρο στο δικαιούχο μαζί με τις προσαυξήσεις (για οικογενειακά βάρη, απόλυτη αναπηρία, κ.λ.π.).

Αν ο απονέμων οργανισμός είναι προηγούμενος του τελευταίου, ο υπολογισμός του ποσού της σύνταξης πραγματοποιείται βάσει των αποδοχών του ασφαλισμένου που λαμβάνονται υπόψη για την απονομή της σύνταξης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του, αναπροσαρμοσμένες με το μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, με εξαίρεση το Δημόσιο για το οποίο, ως προς την αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 9 και 34 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ.166/2000, ΦΕΚ 153 Α) κατά περίπτωση.

8β. ΔΙΑΔΟΧΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΠΟ 01.01.1979 ΚΑΙ ΕΦΕΞΗΣ ΣΕ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Σε αυτόν τον τρόπο υπολογισμού υπάγονται οι ασφαλισμένοι που δεν καλύπτονται από την προηγούμενη περίπτωση.

Οι ασφαλιστικοί φορείς κύριας ασφάλισης που κρίνονται απονέμοντες οργανισμοί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν.δ.4202/1961 όπως ισχύουν, υπολογίζουν και το τμήμα της σύνταξης που αναλογεί στους συμμετέχοντες. Ο υπολογισμός των τμηματικών ποσών του απονέμοντος και των συμμετεχόντων γίνεται ως εξής:

α. Ο απονέμων οργανισμός υπολογίζει το ποσό της σύνταξης που κατά τη νομοθεσία που τον διέπει αντιστοιχεί στο σύνολο του χρόνου που πραγματοποιήθηκε διαδοχικά και προσδιορίζει το τμήμα που αναλογεί στο χρόνο που διανύθηκε στην ασφάλισή του.

β. Ο ίδιος οργανισμός υπολογίζει και το ποσό της σύνταξης του συμμετέχοντα που σύμφωνα με τη νομοθεσία του αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισής του σε ποσοστό επί τοις εκατό των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις της παρακάτω περίπτωσης γ, για κάθε έτος ασφάλισης και μέχρι 35 έτη ασφάλισης.

γ. Τα ποσοστά καθορίζονται σε 2% για Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., Ν.Α.Τ., Ο.Γ.Α. και Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Σ.Α.), σε 2,85% για τον Ο.Α.Ε.Ε.(Τ.Α.Ε.) σε 3% για το Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε.) και σε 2,286% για το Δημόσιο και τους λοιπούς φορείς ασφάλισης μισθωτών και αυτοτελώς απασχολουμένων.

Όταν ο Ο.Α.Ε.Ε. είναι συμμετέχων φορέας και επιλεγούν για τη συνταξιοδότηση οι ασφαλιστικές του διατάξεις, το ποσοστό καθορίζεται σε 2% για κάθε έτος ασφάλισης και μέχρι τριάντα πέντε (35) έτη ασφάλισης.

Τα προσδιοριζόμενα τμήματα σύνταξης σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερα του τμήματος του κατώτατου ορίου σύνταξης που αναλογεί στο χρόνο ασφάλισης ή του ποσού που προκύπτει από τον υπολογισμό με βάση το χρόνο και μόνο που διανύθηκε στην ασφάλισή τους, εφόσον με το χρόνο αυτόν θεμελιώνεται αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα με τις διατάξεις των οργανισμών αυτών χωρίς αναγωγή στα κατώτατα όρια σύνταξης.

ε. Το άθροισμα των τμημάτων της σύνταξης αποτελεί το συνολικό ποσό σύνταξης που καταβάλλεται στον δικαιούχο από τον απονέμοντα τη σύνταξη οργανισμό και θα αυξάνεται με το ίδιο ποσοστό που θα αυξάνονται οι συντάξεις του οργανισμού αυτού.

Αν το ποσό αυτό είναι μικρότερο του κατώτατου ορίου σύνταξης του απονέμοντα οργανισμού, τότε καταβάλλεται στο συνταξιούχο το κατώτερο όριο σύνταξης αυτού.

Όταν οι συνυπολογιζόμενοι χρόνοι διαδοχικής ασφάλισης έχουν διανυθεί σε φορείς ασφάλισης μισθωτών, οι συντάξιμες αποδοχές του χρόνου διακοπής της ασφάλισης, οι οποίες προβλέπονται από τη νομοθεσία κάθε συμμετέχοντα οργανισμού, όπως ισχύουν, αναπροσαρμόζονται από τον απονέμοντα οργανισμό με βάση το μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή όλων των ετών που έχουν μεσολαβήσει από τη διακοπή της ασφάλισης μέχρι το προηγούμενο έτος του χρόνου υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση.

 Οι συμμετέχοντες οργανισμοί μισθωτών υποχρεούνται να διαβιβάζουν στον απονέμοντα οργανισμό βεβαίωση για το χρόνο που διανύθηκε στην ασφάλισή τους, τις συντάξιμες αποδοχές των χρονικών περιόδων που προβλέπονται από τις

νομοθεσίες τους, το εκάστοτε ισχύον ανώτατο όριο αποδοχών, καθώς επίσης και τα ποσά σύνταξης που σύμφωνα με τη νομοθεσία τους αντιστοιχούν στο αυτοτελές δικαίωμα και στο κατώτατο όριο, όπου αυτό προβλέπεται. Η βεβαίωση αυτή αποτελεί εκτελεστή πράξη της διοίκησης και υπόκειται σε όλα τα ένδικα μέσα.

Όταν συμμετέχοντες οργανισμοί είναι οργανισμοί αυτοτελώς απασχολουμένων, γνωστοποιούν στον απονέμοντα τις κατηγορίες στις οποίες ασφαλίστηκε ο

ασφαλισμένος και τις αντίστοιχες χρονικές περιόδους που κατέβαλε εισφορές, όπως αυτές ισχύουν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης

και υπολογίζεται η μέση τιμή των εισφορών αυτών ανάλογα με το χρόνο που διανύθηκε σε κάθε κατηγορία.

Όταν συμμετέχων φορέας είναι ο Ο.Γ.Α., για τον υπολογισμό της μέσης τιμής των εισφορών, λαμβάνεται υπόψη το τριπλάσιο της ατομικής εισφοράς κλάδου σύνταξης του ασφαλισμένου στους κλάδους πρόσθετης και κύριας ασφάλισης του Ο.Γ.Α..

Το ποσό αυτό μετατρέπεται σε αποδοχές βάσει των εισφορών εργοδότη και ασφαλισμένου για τον κλάδο κύριας σύνταξης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. που ισχύουν κατά το χρόνο διακοπής της ασφάλισής του στο φορέα αυτόν. `Όταν ο χρόνος ασφάλισης διακόπτεται μέχρι και την προηγουμένη της 1.3.1976, το ποσοστό ασφαλίστρου καθορίζεται ενιαία σε 12,75%. Σε περίπτωση που η σύνταξη υπολογίζεται με βάση μισθό δημοσίου λειτουργού ή βασικό ποσό, η αναπροσαρμογή γίνεται βάσει των ποσών που ισχύουν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.

Επίσης γνωστοποιούν και τα ποσά σύνταξης που σύμφωνα με τη νομοθεσία τους αντιστοιχούν στο αυτοτελές δικαίωμα και στο κατώτατο όριο σύνταξης.

Το τμήμα του ποσού της σύνταξης που αναλογεί στο συμμετέχοντα και υπολογίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω, καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 1405/1983,όπως ισχύει, και τα οποία προστέθηκαν με το άρθρο 69 του ν.2084/1992.

«Το ανωτέρω τμηματικό ποσό δύναται κατ` επιλογή του ασφαλισμένου να καταβληθεί ταυτόχρονα με αυτό του απονέμοντα, μειωμένο κατά 1/200 για κάθε μήνα που υπολείπεται έως τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 69 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α`) ορίων ηλικίας.»

Αν ο απονέμων φορέας μισθωτών είναι προηγούμενος του τελευταίου οργανισμού, ο υπολογισμός του ποσού της σύνταξης πραγματοποιείται βάσει των αποδοχών του ασφαλισμένου που λαμβάνονται υπόψη για την απονομή της σύνταξης σύμφωνα με τη νομοθεσία του κάθε οργανισμού αναπροσαρμοσμένες με το μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, με εξαίρεση το Δημόσιο, για το οποίο ως προς την αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 9 και 34 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000), κατά περίπτωση.

Στο συνολικό ποσό της σύνταξης διαδοχικά ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α. και ανεξάρτητα αν ο Ο.Γ.Α. είναι απονέμων ή συμμετέχων οργανισμός προστίθεται το ποσό της συνταξιοδοτικής παροχής που προβλέπεται από το ν. 4169/1961 και το ν.δ. 4575/1966, όπως ισχύουν. Η παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3050/2002 και το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 2458/1997 καταργείται. Εκκρεμείς αιτήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας κρίνονται με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης με δυνατότητα του ασφαλισμένου να ζητήσει με νεότερη αίτηση την κρίση του δικαιώματός του με τις διατάξεις του ν. 3232/2004.

Όταν συμμετέχων φορέας είναι ο Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε.), το ποσό της σύνταξης προσαυξάνεται και με το τμήμα του βασικού ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του.

Στις περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης και εφόσον συμμετέχων οργανισμός είναι το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., το ποσό της σύνταξης προσαυξάνεται με το ποσό που προέρχεται από την Ειδική Προσαύξηση και στο ύψος που προσδιορίζεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Η απόδοση των οφειλόμενων ποσών στον απονέμοντα οργανισμό γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3232/2004.

Κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί διαδοχικής ασφάλισης, όταν ο Τομέας Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣ.Μ.Ε.Δ.Ε.) είναι συμμετέχων φορέας, οι συντάξιμες αποδοχές ορίζονται στο ποσό των χιλίων είκοσι (1.020) ευρώ από 1.1.2006. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά το εκάστοτε ποσοστό αύξησης των συντάξεων του Ε.ΤΑΑ.-Τομέας Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων.

8γ. ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΩΡΙΜΑΝΣΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΜΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ –

(άρθρο 5 παρ.3 ν.3863/2010)

Οι συντάξιμες αποδοχές των φορέων ασφάλισης μισθωτών που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2α, 5,12β και 13 του άρθρου 1 του ν. 3232/2004, πολλαπλασιάζονται για κάθε έτος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε από τη διακοπή της ασφάλισης σε αυτούς, μέχρι το προηγούμενο έτος του χρόνου υποβολής της αίτησης, σύμφωνα με τους συντελεστές ωρίμανσης που ορίζονται στην παρ. 3  του άρθρου 5  του ν. 3863/2010.

Οι συντελεστές μεταβάλλονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά την εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, από τη Διεύθυνση Αναλογιστικών Μελετών της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων με βάσει την εξέλιξη των συντελεστών ωρίμανσης των μισθών και ημερομισθίων. Η ισχύς των ανωτέρω αρχίζει από 01.01.2011 για αιτήσεις που υποβάλλονται από την ημερομηνία αυτή και εφεξής.

 

8δ. ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ Ο ΣΥΜΜΕΤΕΧΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΑΣ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ

(Άρθρο 1 παρ. 3 ν. 3232/2004)

Όταν συμμετέχων φορέας είναι φορέας αυτοτελώς απασχολουμένων, ο ασφαλισμένος δύναται με αίτησή του να ζητήσει τον υπολογισμό της σύνταξής του και με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν.1405/1983, όπως ισχύουν. Μετά τον επανυπολογισμό της σύνταξης και εφόσον προκύπτει διαφορά υπέρ του ασφαλισμένου, η διαφορά αυτή καταβάλλεται αναδρομικά από την ημερομηνία συνταξιοδότησής του.

Στις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων της παρ.1 του άρθρου 11 του ν. 1405/1983 η σύνταξη του δικαιούχου είναι το άθροισμα των τμημάτων του ποσού της σύνταξης που προσδιορίζονται από τον απονέμοντα και τους άλλους οργανισμούς οι οποίοι συμμετέχουν στη δαπάνη της συνταξιοδότησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο.

Ο φορέας που απονέμει τη σύνταξη καταβάλλει στο δικαιούχο το άθροισμα των τμημάτων των συντάξεων και ζητά από τους άλλους φορείς το ποσό της συμμετοχής τους στη δαπάνη για τη συνταξιοδότηση, το οποίο προσδιορίζεται και αποδίδεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

Καθένας από τους οργανισμούς ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και αυτός που απονέμει τη σύνταξη, υπολογίζει με τα αρμόδια όργανά του το ποσό της σύνταξης που κατά τη νομοθεσία που τον διέπει αντιστοιχεί στο σύνολο του χρόνου που πραγματοποιήθηκε διαδοχικά και προσδιορίζει το τμήμα που αναλογεί στο χρόνο που διανύθηκε στην ασφάλισή του.

Το τμήμα της σύνταξης που προσδιορίζεται με τον παραπάνω τρόπο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το τμήμα κατώτατου ορίου σύνταξης του οργανισμού αυτού.

Το τμήμα αυτό του κατώτατου ορίου σύνταξης είναι το πηλίκο της διαίρεσης του γινομένου του αριθμού των μερών που πραγματοποιήθηκαν στην ασφάλιση του κάθε οργανισμού επί το ποσό του κατώτατου ορίου σύνταξης που χορηγεί στους συνταξιούχους του δια του συνολικού αριθμού των ημερών που πραγματοποιήθηκαν διαδοχικά σε όλους τους οργανισμούς.

Επίσης το τμήμα της σύνταξης που προσδιορίζεται με τον παραπάνω τρόπο, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό της σύνταξης που προκύπτει από τον υπολογισμό με βάση μόνο το χρόνο, ο οποίος διανύθηκε στην ασφάλιση κάθε οργανισμού, εφ` όσον με τον χρόνο αυτόν θεμελιώνεται αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα σύμφωνα με τις διατάξεις που τον διέπουν, χωρίς αναγωγή στα κατώτατα όρια σύνταξης.

 

Το άθροισμα των τμημάτων της σύνταξης σύμφωνα με τα παραπάνω αποτελεί το συνολικό ποσό σύνταξης που καταβάλλεται στο δικαιούχο από τον απονέμοντα τη σύνταξη οργανισμό και δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο σύνταξης που χορηγεί ο οργανισμός αυτός.

Το ανωτέρω ποσό σύνταξης αυξάνεται με το ίδιο ποσοστό που αυξάνονται οι συντάξεις του οργανισμού αυτού.

9. ΔΙΑΔΟΧΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΕ ΦΟΡΕΙΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

(Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.Δ. 4202/1961 όπως αντικαταστάθηκε  με το άρθρο 12 του Ν.1405/1983)

 

Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου οργανισμοί επικουρικής ασφάλισης θεωρούνται όλα τα ν.π.δ.δ. που χορηγούν περιοδικές παροχές, βοηθήματα ή μερίσματα, ως και κάθε άλλος οργανισμός που χορηγεί τέτοιες παροχές, ανεξάρτητα με την ονομασία και τη νομική του μορφή, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από τις εισφορές των ασφαλισμένων.

 

  • Για τους Οργανισμούς Επικουρικής Ασφάλισης, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 4202/1961 και του άρθρου 11 του ν.1405/1983, όπως αυτές ισχύουν.

Οι αποδοχές επί των οποίων υπολογίζεται η σύνταξη είναι αυτές που λαμβάνει ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο διακοπής της ασφάλισής του, αναπροσαρμοσμένες σύμφωνα με το μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.

 

10. Επιβάρυνση συμμετεχόντων Οργανισμών στη δαπάνη συνταξιοδότησης και έναρξη καταβολής αναλογούντος ποσού σύνταξης από του συμμετέχοντες φορείς

(Άρθρο 11 παρ.3 του ν.1405/1983 όπως τα δύο τελευταία εδάφια προστέθηκαν με το άρθρο 69 ν.2084/1992)


 

Ο συμμετέχων οργανισμός επιβαρύνεται με τη δαπάνη συνταξιοδότησης όταν ο ασφαλισμένος συμπληρώσει το όριο ηλικίας που προβλέπεται από τη νομοθεσία του, όποτε και καταβάλλεται στον ασφαλισμένο το ποσό σύνταξης που του αναλογεί και γίνεται η απόδοση της σχετικής επιβάρυνσης.

Αν ο οργανισμός που απονέμει τη σύνταξη, χορηγεί σύνταξη σε ηλικία μικρότερη από την ηλικία με την οποία συνταξιοδοτούνται οι ασφαλισμένοι που υπάγονται στον Κανονισμό βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο συμμετέχων οργανισμός επιβαρύνεται με τη δαπάνη συνταξιοδότησης όταν ο ασφαλισμένος συμπληρώσει το όριο ηλικίας που προβλέπεται από τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α. –Ε.Τ.Α.Μ. για τη συνταξιοδότηση των υπαγομένων στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, οπότε και καταβάλλεται στον ασφαλισμένο το ποσό της σύνταξης που του αναλογεί και γίνεται η απόδοση της σχετικής επιβάρυνσης .

Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3863/2010 προβλέπεται δυνατότητα ταυτόχρονης καταβολής του ποσού σύνταξης του συμμετέχοντα οργανισμού μειωμένο κατά 1/200 για κάθε μήνα  που υπολείπεται μέχρι την συμπλήρωση του απαιτούμενου από τις ανωτέρω διατάξεις ορίου ηλικίας.

11. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΣΤΗ ΔΑΠΑΝΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ.

(Άρθρο 2 παρ.1 του ν..3232/2004 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 75 παρ.7 του ν.3863/2010, με το οποίο καταργήθηκε το εδάφιο β΄)

Η συμμετοχή στη δαπάνη συνταξιοδότησης για τους συμμετέχοντες φορείς γίνεται ως εξής :

α. Το τμήμα σύνταξης που αναλογεί στο χρόνο ασφάλισης που διανύθηκε στο συμμετέχοντα φορέα, όπως αυτός προσδιορίσθηκε από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3232/2004, πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμό των καταβαλλόμενων συντάξεων ετησίως και το ποσό που προκύπτει πολλαπλασιάζεται επί έναν αναλογιστικό συντελεστή, ο οποίος εκφράζει το εφάπαξ ποσό που ισούται με την παρούσα αξία σύνταξης μιας νομισματικής μονάδας, που καταβάλλεται εφ΄όρου ζωής στον ασφαλισμένο και στους δικαιούχους του, η δε τιμή του καθορίζεται από την ηλικία του ασφαλισμένου και την αιτία συνταξιοδότησης. Σε περίπτωση χορήγησης κατώτατων ορίων σύνταξης, το ποσό της σύνταξης επιμερίζεται ανάλογα με το ποσό του τμήματος σύνταξης που έχει υπολογισθεί για κάθε φορέα.

Ο συντελεστής του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει από τους πίνακες 1 έως και 7 του άρθρου 3 του ν. 3232/2004.

Ο ανωτέρω αναλογιστικός συντελεστής μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας.

Εντός του πρώτου τριμήνου κάθε έτους υπολογίζονται από καθέναν ασφαλιστικό οργανισμό τα ποσά που οφείλουν να του καταβάλλουν οι άλλοι οργανισμοί σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

Η διαφορά των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων είναι το ποσό που οφείλει να καταβάλει ο κάθε οργανισμός.

Το ποσό συμμετοχής στη δαπάνη συνταξιοδότησης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τις προηγούμενες παραγράφους 1 και 2, αποδίδεται από τον υπόχρεο ασφαλιστικό οργανισμό τους οργανισμούς στους οποίους οφείλεται είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις, η τελευταία των οποίων θα είναι μέχρι το τέλος του έτους εντός του οποίου γνωστοποιείται η οφειλή. Σε περίπτωσης καθυστέρησης της απόδοσης του ποσού της συμμετοχής ή δόσης αυτού, τα καθυστερούμενα ποσά επιβαρύνονται με πρόσθετα τέλη ίσα προς αυτά που επιβάλλονται από τον οργανισμό στον οποίον οφείλονται τα καθυστερούμενα σε περίπτωση καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών και εισπράττονται σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη νομοθεσία του οργανισμού αυτού για την αναγκαστική είσπραξη των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών.

Μετά τον ανωτέρω διακανονισμό παύει κάθε υποχρέωση των οργανισμών που συμμετέχουν στη δαπάνη της συνταξιοδότησης προς τον οργανισμό που απονέμει τη σύνταξη.

Ο ασφαλισμένος των παραπάνω οργανισμών θεωρείται οριστικά συνταξιούχος του οργανισμού που απονέμει τη σύνταξη από την ημέρα που αρχίζει η καταβολής της σύνταξής του.

Από την ίδια ημέρα παύει κάθε υποχρέωση των οργανισμών που συμμετέχουν στη δαπάνη της συνταξιοδότησης προς τον ασφαλισμένο τους και δεν είναι πλέον δυνατή η αποδέσμευση του χρόνου που διανύθηκε στην ασφάλιση των οργανισμών αυτών.

Επιφυλασσομένων των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 10 του ν. 825/1978, και της παρ.2 του άρθρου 2 του ν. 3029/2002, ο χρόνος ασφάλισης όλων των οργανισμών, ο οποίος λήφθηκε υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης λογίζεται για τον εφεξής χρόνο ότι πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του οργανισμού που απένειμε τη σύνταξη.

Στις περιπτώσεις υπολογισμού της σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 1405/1983, ο απονέμων οργανισμός κατανέμει το ποσό της σύνταξης, η οποία έχει υπολογισθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του και το συνολικό χρόνο ασφάλισης, μεταξύ των οργανισμών, στους οποίους ασφαλίστηκε διαδοχικά ο ασφαλισμένος, ανάλογα με το χρόνο ασφάλισης που έχει διανυθεί στον καθένα. Στη συνέχεια, γνωστοποιεί στο συμμετέχοντα φορέα το τμήμα σύνταξης που του αναλογεί και ο διακανονισμός των οφειλόμενων ποσών γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου αυτού.

12. ΕΦΑΠΑΞ ΠΑΡΟΧΗ & ΔΙΑΔΟΧΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

(Άρθρο 7 παρ.3 του ν.δ. 4202/1961 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν.1405/1983)

 

Τα πρόσωπα που ασφαλίσθηκαν διαδοχικά σε περισσότερα από ένα Ταμεία, Κλάδους ή Λογαριασμούς που χορηγούν εφάπαξ παροχές ανεξάρτητα με την ονομασία τους και τη νομική τους μορφή, μπορούν να ζητήσουν από τον καθέναν από τους οργανισμούς αυτούς ξεχωριστά, την προσμέτρηση του χρόνου ασφάλισής τους στους άλλους οργανισμούς για τη θεμελίωση του δικαιώματος χορήγησης εφάπαξ παροχής.

Ο κάθε οργανισμός που υπολογίζει χρόνο ασφάλισης που διανύθηκε στους άλλους οργανισμούς σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου θεωρεί ότι ο χρόνος αυτός διανύθηκε στην ασφάλισή του και εφαρμόζει τη νομοθεσία του, υπολογίζοντας το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος με βάση το σύνολο του χρόνου ασφάλισης, που διανύθηκε στους άλλους οργανισμούς και καταβάλλει στο δικαιούχο το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που βαρύνει αυτόν ανάλογα με το χρόνο που είχε στην ασφάλισή του. Για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνεται υπόψη ως χρόνος ασφάλισης, ο χρόνος για τον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές, καθώς και ο χρόνος υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας ο οποίος υπολογίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του οργανισμού, ανεξάρτητα από την καταβολή ή μη ασφαλιστικών εισφορών.

Ως αποδοχές για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής θεωρούνται οι αποδοχές ή τα ποσά που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του εφάπαξ, κατά το χρόνο διακοπής της ασφάλισης σε ταμείο, κλάδο, τομέα ή λογαριασμό πρόνοιας. Το ποσό της εφάπαξ παροχής που προκύπτει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παραπάνω εδάφιο, καταβάλλεται εντόκως με επιτόκιο 8% (με ανατοκισμό) για κάθε χρόνο από τη διακοπή της

ασφάλισης από κάθε φορέα, κλάδο ή τομέα πρόνοιας και μέχρι την οριστική αποχώρηση του ασφαλισμένου από την εργασία του λόγω συνταξιοδότησης. Σε καμιά περίπτωση το αναλογούν εφάπαξ βοήθημα από κάθε φορέα, λογαριασμό, κλάδο ή τομέα προνοίας δεν θα είναι μεγαλύτερο από εκείνο που θα ελάμβανε ο ασφαλισμένος με τις ισχύουσες διατάξεις του οικείου φορέα λογαριασμού, κλάδου, ή τομέα πρόνοιας κατά το χρόνο συνταξιοδότησης του και με τα ίδια χρόνια ασφάλισης του σε αυτόν.

 

13. ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΜΕ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

(Άρθρο 8 του ν.δ. 4202/1961)

Σε περίπτωση που ασφαλισμένος ασφαλισθεί διαδοχικά σε οργανισμούς ασφάλισης ασθένειας το δικαίωμα του για τη λήψη των παροχών διατηρείται για έξι μήνες από την ημέρα που άλλαξε ασφαλιστικό οργανισμό ή από την ημέρα που διέκοψε την ασφαλιστική του σχέση με τον πρώτο οργανισμό, εκτός αν στην τελευταία αυτή περίπτωση η νομοθεσία που διέπει τον προηγούμενο οργανισμό προβλέπει τη διατήρηση του δικαιώματος αυτού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ένα εξάμηνο.

Πρόσωπα που ασφαλίστηκαν διαδοχικά σε περισσότερους από ένα Φορείς ή Κλάδους ασθένειας αρμοδιότητας Γ.Γ.Κ.Α. που χορηγούν επιδόματα μητρότητας δικαιούνται των επιδομάτων αυτών από το Φορέα στην ασφάλιση του οποίου επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του τελευταίου φορέα προϋποθέσεις, με συνυπολογισμό του χρόνου ασφάλισης και των άλλων φορέων.

Τα επιδόματα μητρότητας καταβάλλονται εξ ολοκλήρου από τον Οργανισμό που τα απονέμει, σύμφωνα με τη νομοθεσία του, χωρίς τη συμμετοχή των άλλων φορέων.

Στις περιπτώσεις που εκκρεμεί η έκδοση συνταξιοδοτικής απόφασης με βάση τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης και μέχρις ότου εκδοθεί η οριστική απόφαση συνταξιοδότησης, ο ασφαλισμένος που πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις για σύνταξη συνεχίζει να ασφαλίζεται για παροχές ασθένειας από το φορέα στην ασφάλιση του οποίου επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος και για το χρονικό διάστημα μέχρι τη συνταξιοδότησή του.

 

14. ΣΥΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΧΡΟΝΟΥ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗΣ & ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

(Άρθρο 18 παρ.4 του ν.2079/1992 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.1 του ν. 2335/1995)

 

Ο χρόνος διαδοχικής ασφάλισης συνυπολογίζεται από τον τελευταίο οργανισμό για τη συμπλήρωση του χρόνου ασφάλισης που απαιτείται από τη νομοθεσία του για την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης.

15. ΠΡΟΣΜΕΤΡΗΣΗ ΧΡΟΝΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟ

(Άρθρο 2 παρ.5 του ν.δ. 4202/1961 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ.1 του ν. 1405/1983

Άρθρο 63 παρ. 3 του ν. 2676/1999)

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 63 του ν. 2676/1999 και του άρθρου 8, παρ.14 του ν. 2592/1998 ο συνταξιούχος γήρατος ασφαλιστικού οργανισμού, ο οποίος μετά τη συνταξιοδότησή του ασφαλίστηκε σε άλλο ομοειδή οργανισμό από παροχή εργασίας ή άσκηση επαγγέλματος, έχει το δικαίωμα, μετά τη διακοπή της ασφάλισής του στον οργανισμό αυτόν, να ζητήσει από τον οργανισμό που συνταξιοδοτείται την προσμέτρηση του χρόνου αυτού για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης του.

Ο οργανισμός ή ο Τομέας στον οποίο ασφαλίστηκε ο συνταξιούχος, συμμετέχει στη δαπάνη συνταξιοδότησης και για το διακανονισμό εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3232/2004.

16. ΕΠΙΛΥΣΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕΩΝ ΕΠΙ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

(Άρθρο 11 παρ. 1 ν.δ. 4202/1961 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 2079/1992)

 

                Αμφισβητήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 4202/1961 επιλύονται διοικητικά με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ύστερα από γνωμοδότηση του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης, ανεξάρτητα αν η αμφισβήτηση αφορά οργανισμούς που υπάγονται στην εποπτεία άλλου υπουργείου.

                Αν με Υπουργική Απόφαση επιλύθηκε αμφισβήτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν.δ. 4202/1961 και κρίθηκε ο αρμόδιος για την απονομή της σύνταξης οργανισμός, αλλά ύστερα από προσφυγή κατά της Απόφασης αυτής εκδόθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση που καθόρισε άλλο φορέα ως αρμόδιο για την απονομή της σύνταξης, η σύνταξη, που χορηγήθηκε από τον πρώτο φορέα, εξακολουθεί να καταβάλλεται μέχρι να εκδοθεί απόφαση συνταξιοδότησης από το φορέα που κρίθηκε ως αρμόδιος από τη δικαστική απόφαση.

                Τα ποσά σύνταξης που καταβλήθηκαν από τον πρώτο φορέα δεν αναζητούνται από τον ασφαλισμένο και συμψηφίζονται με τα ποσά των συντάξεων που οφείλει να καταβάλει στον ασφαλισμένο ο οργανισμός που κρίθηκε αρμόδιος με τη δικαστική απόφαση.

                Αν ο ασφαλισμένος δικαιούται να λάβει από το δεύτερο οργανισμό μεγαλύτερα ποσά συντάξεων από αυτά που έλαβε από τον πρώτο οργανισμό για την ίδια χρονική περίοδο, τα ποσά καταβάλλονται από τον οργανισμό αυτόν αναδρομικά, αν όμως δικαιούται να λάβει μικρότερα ποσά συντάξεων από αυτά που έλαβε από τον πρώτο οργανισμό, τα ποσά αυτά δεν αναζητούνται.

                Στις περιπτώσεις που, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της διαδοχικής ασφάλισης, χορηγήθηκε σύνταξη με απόφαση αρμόδιου οργάνου από οργανισμό που δεν ήταν αρμόδιος για τη χορήγηση σύνταξης και εκ των υστέρων ορίσθηκε άλλος φορέας ως αρμόδιος για την απονομή της σύνταξης, τα ποσά σύνταξης που καταβλήθηκαν από τον πρώτο φορέα δεν αναζητούνται από τον ασφαλισμένο και συμψηφίζονται με τα ποσά των συντάξεων που οφείλει να καταβάλει στον ασφαλισμένο ο οργανισμός που κρίθηκε αρμόδιος. Αν ο ασφαλισμένος δικαιούται να λάβει από το δεύτερο οργανισμό μεγαλύτερα ποσά συντάξεων από αυτά που έλαβε από τον πρώτο οργανισμό για την ίδια χρονική περίοδο, η επιπλέον διαφορά από αυτά τα ποσά καταβάλλεται από τον οργανισμό αυτόν αναδρομικά, αν όμως δικαιούται να λάβει μικρότερα ποσά συντάξεων από αυτά που έλαβε από τον πρώτο οργανισμό, επιπλέον διαφορά από τα ποσά αυτά δεν αναζητείται (άρθρο 15 παρ.1 ν. 2556/1997)

 

17. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΣΕ ΚΡΑΤΗ – ΜΕΛΗ Ε.Ε.

Οι διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης εκτός από τους φορείς του εσωτερικού της χώρας έχουν εφαρμογή και σε κράτη - μέλη της ΕΕ ή σε κράτη με τα οποία η Ελλάδα έχει συνάψει Διμερείς Συμβάσεις Κοινωνικής Ασφάλειας. Επισημαίνεται ότι οι Διμερείς Συμβάσεις δεν καλύπτουν τους ναυτικούς .

Η εφαρμογή όμως των ανωτέρω διατάξεων ρυθμίζεται κατά διαφορετικό τρόπο και εισάγονται παρεκκλίσεις από τις γενικές διατάξεις του ν.δ. 4202/1961

 

18. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 38 ΤΟΥ ν. 4331/2015 ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

 

Με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 61 του ν. 3863/2010, όπως προστέθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 4075/2012 και τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 4331/2015, θεσπίστηκε η δυνατότητα παρακράτησης οφειλής του υποψήφιου συνταξιούχου στον συμμετέχοντα οργανισμό από τον απονέμοντα, στο πλαίσιο συνταξιοδότησης σύμφωνα με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης.

Κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 32 του ν. 4075/2012 εκδόθηκε η υπ' αριθμ.  Φ.1500/οικ.9696/08.08.2014 Υπουργική Απόφαση, με την οποία υλοποιείται με ενιαίο τρόπο η διαδικασία κατανομής και καταβολής παρακρατούμενων από τη σύνταξη του οφειλέτη συνταξιούχου ποσού μεταξύ των ασφαλιστικών φορέων που συμμετέχουν στη διαδικασία συνταξιοδότησης με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου 38 του ν. 4331/2015, τροποποιήθηκε το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού που μπορεί να παρακρατηθεί από τη σύνταξη (το ποσό από 20.000 € πλέον ανέρχεται στις 25.000 €) και ως προς τον αριθμό των μηναίων δόσεων (οι οποίες αυξήθηκαν από 40 σε 60).

 

Συχνές Ερωτήσεις

Χρήσιμα έγγραφα

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι