Ασφάλιση Ελευθέρων Επαγγελματιών

​Ασφάλιση/Κύρια Ασφάλιση Αυτοαπασχολουμένων και Αγροτών/Ασφάλιση Ελευθέρων Επαγγελματιών

Τμήμα Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Β΄):

Εποπτεύει τον κλάδο κύριας σύνταξης και λοιπών παροχών του ΕΦΚΑ για θέματα ασφάλισης και παροχών κύριας σύνταξης των ασφαλισμένων : α) του κλάδου κύριας ασφάλισης του πρώην Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ)  β) του Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών και Τουριστικών Πρακτόρων, του πρώην ΟΑΕΕ όπως αυτοί  εντάχθηκαν στον Κλάδο Κύριας σύνταξης και λοιπών παροχών του ΕΦΚΑ από 1-1-2017 σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 53 του ν. 4387/2016. 


Γενικές πληροφορίες

Α) ΕΙΣΦΟΡΕΣ από 1/1/2017 σύμφωνα με τον ν.4387/2016 όπως ισχύει

Βασικό γνώρισμα της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος όσον αφορά τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών είναι η μετάβαση από το τεκμαρτό εισόδημα (ασφαλιστικές κατηγορίες  πρώην ΟΑΕΕ), στο πραγματικό εισόδημα που προκύπτει από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας.

Ειδικότερα από 1.1.2017, το ποσοστό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για τον κλάδο κύριας σύνταξης, που καταβάλλουν τα πρόσωπα, παλαιοί και νέοι ασφαλισμένοι (κατά τη διάκριση του Ν. 2084/1992), ανέρχεται μηνιαίως σε ποσοστό 20% επί του μηνιαίου εισοδήματος, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα, από την άσκηση δραστηριότητά τους κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος.

Σύμφωνα με την αριθ. οικ.61502/3399/30-12-2016 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 4330, Β΄), ΑΔΑ 7Ζ7Ν465Θ1Ω-7ΛΜ για τους ασφαλισμένους των πρώην ΟΑΕΕ βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα από την άσκηση δραστηριότητας κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος ή εκείνο που προκύπτει από το πιο πρόσφατο εκκαθαρισμένο φορολογικό έτος. Τυχόν διαφορά που προκύπτει μετά τον υπολογισμό των προβλεπόμενων ασφαλιστικών εισφορών βάσει του πραγματικού εισοδήματος του προηγούμενου φορολογικού έτους αναζητείται και συμψηφίζεται, ισομερώς κατανεμημένη, σε μηνιαία βάση, έως το μήνα Δεκέμβριο εκάστου έτους.

Επιπλέον ορίζεται ανώτατο και κατώτατο μηνιαίο εισόδημα που αποτελεί κατά μήνα τη βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών κλάδου σύνταξης και περίθαλψης, συνδεδεμένο με το ποσό που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών το οποίο ανέρχεται σήμερα στα 586,08 ευρώ. Επί του ανωτέρω ποσού (€586,08) καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές και στην περίπτωση μελών προσωπικών εταιρειών που εμφανίζουν ζημίες ή μηδενικά κέρδη από την άσκηση της δραστηριότητας.

Σημειώνουμε ότι το κατώτατο όριο εισφορών έχει εφαρμογή και για τα πρόσωπα που για πρώτη φορά από την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016 και εφεξής αποκτούν ιδιότητα ή προβαίνουν σε έναρξη εργασιών ή δραστηριοτήτων όπου καταβάλλουν μηνιαία εισφορά που αντιστοιχεί στο κατώτατο όριο εισφορών από τον πρώτο μήνα έναρξης εργασιών έως τον τελευταίο μήνα του έτους.

Επιπλέον, με τις διατάξεις του άρθρου 59 του ν.4445/2016, δίνεται η δυνατότητα στους ελεύθερους επαγγελματίες να προχωρήσουν από 1/1/2017 σε μερική καταβολή του ποσού των ασφαλιστικών τους εισφορών. Το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των ανωτέρω προσώπων που δεν καταβάλλεται βάσει του άρθρου 39 του ν.4387/2016, κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας πληρωμής των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών επιβαρύνεται με τις νόμιμες προσαυξήσεις και τόκους. Σε περίπτωση που κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας πληρωμής των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών καταβληθεί ποσό μεγαλύτερο από το ποσό που απαιτείται, το επιπλέον ποσό μεταφέρεται ως πιστωμένο και συμψηφίζεται με τις ασφαλιστικές εισφορές του επόμενου χρονικού διαστήματος.

Σχετική εγκύκλιος : Φ.80000/οικ.61327/1484/30-12-2016 με ΑΔΑ : 7ΗΜ5465Θ1Ω-ΚΟ7

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ :

Με την Υπουργική απόφαση 25599/1453/2017 ΦΕΚ 1942 Β΄/6-6-2017 τροποποιήθηκε η ως άνω 61502/3399/3-12-2016 Υπουργική απόφαση ως προς τη βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών 

Ειδικότερα πλέον προβλέπεται ότι από το έτος 2018 και για κάθε επόμενο έτος στη βάση υπολογισμού συπεριλαμβάνονται και οι καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές.

Ειδικά για το έτος 2018 οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί ποσού που αντιστοιχεί στο 85% της ανωτέρω βάσης προσδιορισμού των εισφορών.

Η ανωτέρω Υ.Α. εκδόθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν.4387/2016 και την προσθήκη εδαφίων με την παρ. 1 του άρθρου 58 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ 74 Α΄/19-5-2017).

 

Εργαζόμενοι που ασφαλίζονται με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών (ΔΠΥ):

Ως βάση για τον προσδιορισμό των εισφορών και για τους ελεύθερους επαγγελματίες που εκδίδουν ΔΠΥ σε περισσότερους των τριών αντισυμβαλλόμενων – ορίστηκε όπως και για τους λοιπούς ελεύθερους επαγγελματίες- το ετήσιο εισόδημα τους .

Σχετική εγκύκλιος Φ.80000/οικ.5547/248/7-2-2017 με ΑΔΑ : ΩΥ1Ο465Θ1Ω-4ΣΜ

 

Μισθωτοί ασφαλισμένοι :

Με τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 4387/2016 έχουν θεσπιστεί ενιαίοι κανόνες εισφορών για τους μισθωτούς ασφαλισμένους στον ΕΦΚΑ και τους εργοδότες τους. Ειδικότερα για τους για τους έμμισθους ασφαλισμένους του πρώην Τομέα ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων (ΤΑΝΠΥ) του ΟΑΕΕ ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση καταβάλλεται από 1-1-2017 ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20 % που επιμερίζεται ως εξής :

-Για το έτος 2017 σε 15 % για τον ασφαλισμένο και 5 % για τον εργοδότη

-Για το έτος 2018 σε 10 % για τον ασφαλισμένο και 10 % για τον εργοδότη

Από το έτος 2019 και εφεξής σε 6,67 % για τον ασφαλισμένο και 13,33 % για τον εργοδότη.

Σχετική εγκύκλιος Φ.80000/οικ.61689/2215/30-12-2016 με ΑΔΑ: 7Χ78465Θ1Ω-1Λ3

 

Παράλληλη ασφάλιση :

Με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 4387/2016 διαμορφώνεται νέο πλαίσιο σχετικά με την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στον ΕΦΚΑ σε περίπτωση πολλαπλής απασχόλησης. Η βασική αλλαγή αφορά στην κατάργηση των διατάξεων του άρθρου 39 του ν.2084/1992, όπως ισχύει που προέβλεπαν την υποχρεωτική ασφάλιση σε έναν φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το δημόσιο των από 1/1/1993 ασφαλισμένων που είχαν υποχρέωση ασφάλισης σε περισσότερους του ενός φορείς κύριας ασφάλισης λόγω απασχόλησης ή ιδιότητας.

Επίσης ρυθμίζονται τα θέματα καταβολής ασφαλιστικών εισφορών σε περίπτωση πολλαπλής επαγγελματικής δραστηριότητας για την οποία βάσει γενικών, ειδικών, ή καταστατικών διατάξεων των ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων κύριας ασφάλισης ή του Δημοσίου όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4387/2016 προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση σε περισσότερους του ενός φορείς κύριας ασφάλιση όπως επίσης και τις περιπτώσεις πολλαπλής επαγγελματικής δραστηριότητας που προέκυπτε υποχρέωση σε έναν φορέα κύριας ασφάλισης.

Σχετική εγκύκλιος: Φ.10043/οικ.14226/431/24-3-2017 με ΑΔΑ:  ΨΔΕΝ465Θ1Ω-ΠΩ1

 

Χρόνος ασφάλισης :

Όπως ορίζουν οι γενικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 4387/2016 ισχυρός χρόνος ασφάλισης στον ΕΦΚΑ θεωρείται:

- Ο χρόνος πραγματικής ασφάλισης για τον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές.

- Οι πλασματικοί χρόνοι ασφάλισης της παρ.18 του άρθρου 10 του ν.3863/2010 (ΦΕΚ 115 Α), των άρθρων 39,40 και 41 του ν.3996/2011 (ΦΕΚ 170 Α΄), του άρθρου 6 παρ. 12 και του άρθρου 17 του ν.3865/2010 (ΦΕΚ 120 Α΄) και του άρθρου 40 του ν.2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄)

- Ο χρόνος ασφάλισης που ήδη έχει αναγνωριστεί και εξαγοραστεί ή συνεχίζεται ο εξαγορά τους στους εντασσόμενους στον ΕΦΚΑ φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς καθώς και ο χρόνος που έχει προσμετρηθεί από προϋπηρεσία ή άλλη αιτία.

- Ο χρόνος προαιρετικής ασφάλισης κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 37 του ν.4387/2016.

- Χρόνος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε καλόπιστα στους εντασσόμενους στον ΕΦΚΑ φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς ενώ δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Σχετικά με την εφαρμογή του 34 του ν. 4387/2016 ως προς την αναγνώριση χρόνου ασφάλισης έχει εκδοθεί ερμηνευτική εγκύκλιος Φ.80000/οικ.Δ13/22702/966/30-5-2017 με ΑΔΑ : ΩΡ25465Θ1Ω-Χ40

​ 

Β) ΠΑΡΟΧΕΣ

Με τις διατάξεις του Ν.4387/2016 από 13/5/2016 και μετά, οι ασφαλισμένοι που υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης θα λάβουν ως κύρια σύνταξη το άθροισμα δύο τμημάτων: της εθνικής σύνταξης και της ανταποδοτικής σύνταξης.

i. Η Εθνική Σύνταξη χρηματοδοτείται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Ανέρχεται σε €384,00 για 20 έτη ασφάλισης, και μειώνεται κατά 2% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των 20 ετών, με την προϋπόθεση ότι έχει συμπληρωθεί τουλάχιστον 15ετία ασφάλισης.

Χορηγείται σε όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Το ως άνω ποσό χορηγείται σε όσους αποδεικνύουν 40 έτη μόνιμης και νόμιμης διανομής στην Ελλάδα μεταξύ του 15ου έτους της ηλικίας και του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης. Σε αντίθετη περίπτωση το ποσό της Εθνικής Σύνταξης καταβάλλεται μειωμένο κατά 1/40 για κάθε έτος που υπολείπεται των 40 ετών διαμονής. Η ως άνω μείωση δεν εφαρμόζεται σε συνταξιούχους λόγω γήρατος βάσει του ν.612/1977 (αφορά σε πάσχοντες από βαριές παθήσεις, όπως τετραπληγία – παραπληγία, μεσογειακή αναιμία, σκλήρυνση κατά πλάκας κ.λπ., με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω).

Σε περίπτωσης λήψης μειωμένης σύνταξης λόγω γήρατος ή αναπηρικής σύνταξης με αναπηρία 50% έως 79,9%, η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται μειωμένη.

Σχετικές εγκύκλιοι :

Φ.80000/οικ.60273/2197/23-12-2016 με ΑΔΑ : 7ΝΓΤ465Θ1Ω-0ΗΥ και

153734/2016/0092/10-2-2017 με ΑΔΑ : 6ΔΥ7Η-8Θ3

ii. Η ανταποδοτική σύνταξη χρηματοδοτείται από τις ασφαλιστικές εισφορές. Υπολογίζεται βάσει των αποδοχών ή του εισοδήματος επί των οποίων έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές στο σύνολο του ασφαλιστικού βίου του ασφαλισμένου για τα έτη από το 2002 και μετά, επί των ποσοστών αναπλήρωσης, τα οποία κυμαίνονται από 0,77% για 15 έτη ασφάλισης έως 2% για 39 και περισσότερα έτη ασφάλισης.

iii. Σε σχέση με το προγενέστερο καθεστώς υπολογισμού των συντάξεων δεν προβλέπεται κατώτατο όριο σύνταξης, με εξαίρεση την περίπτωση λήψης σύνταξης λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, όπου ορίζεται ότι το ποσό της σύνταξης (εθνική και ανταποδοτική σύνταξη) δεν μπορεί να υπολείπεται του διπλάσιου του ποσού της εθνικής σύνταξης για 20 έτη ασφάλισης.

Η ανταποδοτική σύνταξη αντίστοιχα, για όσους συνταξιοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν.612/1977, υπολογίζεται με ποσοστό αναπλήρωσης 35 ετών, εφόσον ο χρόνος ασφάλισης υπολείπεται των 35 ετών και αν υπερβαίνει τα 35 έτη υπολογίζεται επί όλου του χρόνου ασφάλισης.

Σχετική εγκύκλιος : Φ.80000/οικ.60271/2195/23-12-2016  με ΑΔΑ: ΨΩΤΤ465Θ1Ω-64Ω

 

Επιπλέον, με τις διατάξεις του αρ. 12 του ν. 4387/2016, τροποποιούνται οι προϋποθέσεις με τις οποίες οι επιζώντες σύζυγοι λαμβάνουν τη σύνταξη του εκλιπόντος συζύγου και θεσπίζονται ενιαίες αρχές και κανόνες, για όλους τους ασφαλισμένους, ανεξαρτήτως φορέα προέλευσης,

Ειδικότερα εάν ο επιζών σύζυγος δεν συμπληρώνει το 55ο έτος της ηλικίας του κατά τη διάρκεια της τριετίας, αλλά εξακολουθεί να λαμβάνει τη σύνταξη θανάτου και πέραν της τριετίας λόγω ύπαρξης ανήλικων ή τέκνων που σπουδάζουν ή ανίκανων για εργασία τέκνων, εφόσον έως τη λήξη της ανηλικότητας ή των σπουδών ή της ανικανότητας συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του, τότε ναι μεν η σύνταξη θα διακοπεί με την παύση ισχύος των ως άνω προϋποθέσεων (ανηλικότητα, σπουδές, ανικανότητα), θα επαναχορηγηθεί, ωστόσο, όταν ο επιζών συμπληρώσει το  67ο έτος της ηλικίας του.

Σχετική εγκύκλιος : Φ.80000/οικ.60272/2196/23-12-2016 με ΑΔΑ : ΨΟ4Μ465Θ1Ω-ΡΦΘ

 

Προσωρινή σύνταξη :

Η απόφαση προσωρινής σύνταξης εκδίδεται εντός χρονικού διαστήματος 2 μηνών από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης.

Για τους ελεύθερους επαγγελματίες όπως ορίζονται στο άρθρο 39 του ν.4387/2016, η προσωρινή σύνταξη αντιστοιχεί στο 50 % του μέσου μηνιαίου εισοδήματος των 12 τελευταίων μηνών ασφάλισης που προηγούνται του μήνα υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης. Ως μέσο μηνιαίο εισόδημα νοείται το πηλίκο του συνόλου των τρεχουσών εισφορών κύριας ασφάλισης που καταβλήθηκαν κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο ασφάλισης, διαιρουμένου δια του 20 % και στη συνέχεια δια του 12.

Η προσωρινή σύνταξη που θα καταβληθεί σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού της Εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε 20 έτη ασφάλισης, ούτε και να υπερβαίνει το διπλάσιο αυτής, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά. Συγκεκριμένα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 7 του ν.4387/2016, η εθνική σύνταξη διαμορφώνεται στο ποσό των 384 ευρώ για 20 έτη ασφάλισης και ως εκ τούτου η καταβαλλόμενη προσωρινή σύνταξη κυμαίνεται από 384 ευρώ έως 768 ευρώ.

Διευκρινίζεται ότι το ως άνω ανώτατο και κατώτατα όριο προσωρινής σύνταξης αφορά περιπτώσεις λήψης πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος ή αναπηρίας. Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δικαιούται μειωμένη σύνταξη, το ανώτατο και κατώτατο όριο μειώνεται ανάλογα βάσει των προβλεπόμενων κατά περίπτωση ποσοστών μείωσης.

 Στις περιπτώσεις αιτήσεων για συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας το ποσό της προσωρινής σύνταξης διαμορφώνεται κατ' αντιστοιχία με τα ποσοστά αναπηρίας. Συνεπώς, σε συνταξιούχους με ποσοστό αναπηρίας από 67 % έως 79,99 %, δεδομένου ότι πρόκειται να λάβουν το 75% της Εθνικής σύνταξης, αντίστοιχα θα χορηγείται το 75% της προσωρινής σύνταξης που προκύπτει σύμφωνα με τα ανωτέρω. Σε συνταξιούχους με ποσοστό αναπηρίας από 50% έως και 69,99%, δεδομένου ότι πρόκειται να λάβουν το 50% της Εθνικής σύνταξης, αντίστοιχα θα χορηγείται το 50% της προσωρινής σύνταξης που προκύπτει σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης λόγω θανάτου, η προσωρινή σύνταξη που διαμορφώνεται σύμφωνα με τα ανωτέρω χορηγείται σε ποσοστό 50%, και το ποσό επιμερίζεται μεταξύ των δικαιοδόχων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα ποσοστά επιμερισμού της σύνταξης.

Σχετική εγκύκλιος  : Φ.80000/οικ.29336/1164/30-6-2016 με ΑΔΑ : ΨΘΠΞ465Θ1Ω-Ρ6Δ


Απασχολούμενοι συνταξιούχοι :

Όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 & 6 του άρθρου 20 του ν.4378/2016 στους εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχους του Δημοσίου, καθώς και όλων των φορέων, ταμείων, κλάδων, ή λογαριασμών που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α, οι οποίοι αναλαμβάνουν εργασία ή αποκτούν ιδιότητα ή δραστηριότητα υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α οι ακαθάριστες συντάξεις κύριες και επικουρικές καταβάλλονται μειωμένες σε ποσοστό 60% για όσο χρόνο απασχολούνται ή διατηρούν την ιδιότητα ή την δραστηριότητα.

Για το διάστημα αυτό καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές για τον απασχολούμενο συνταξιούχο, όπως αυτές προβλέπονται στις οικείες διατάξεις του ανωτέρω νόμου.

 

Ειδικά για τις περιπτώσεις συνταξιούχων που έχουν συνταξιοδοτηθεί μέχρι 12/6/2016 καθώς και σε εκείνους που η έναρξη καταβολής της σύνταξης ανατρέχει μέχρι αυτήν την ημερομηνία αυτή και οι οποίοι έχουν εισόδημα από άσκηση αγροτικής δραστηριότητας, θα εξακολουθήσουν να μην είναι υπόχρεοι καταβολής εισφορών στον ΕΦΚΑ λόγω άσκησης αγροτικής δραστηριότητας και να μην εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.4387/2016.

​​Σχετική εγκύκλιος Φ 10043/οικ.27751/824/16-6-2017 με ΑΔΑ : 70ΞΖ465Θ1Ω-7Ι3

Συχνές Ερωτήσεις

Χρήσιμα έγγραφα

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι